Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

ΟΙ ΑΣΧΗΜΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ - INTERNATIONALE SITUATIONNISTE

(Το παρόν κείμενο το 'αλιεύσαμε' από το βιβλίο "internationale situationniste - το ξεπέρασμα της τέχνης - ανθολογία κειμένων της καταστασιακής διεθνούς", εκδόσεις ύψιλον. Είχε δημοσιευθεί στο 7ο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς.)

Οι άσχημες μέρες θα τελειώσουν

Τη στιγμή που ο κόσμος του θεάματος επεκτείνει την κυριαρχία του, πλησιάζει και το κρίσιμο σημείο της επίθεσής του ξεσηκώνοντας παντού καινούργιες αντιδράσεις. Αυτές οι αντιδράσεις παραμένουν ελάχιστα γνωστές γιατί στόχος του κυρίαρχου θεάματος είναι ακριβώς η παγκόσμια και ναρκωτική αντανάκλαση της υποταγής. Δεν παύουν ωστόσο να υπάρχουν και να μεγαλώνουν.
Όλος ο κόσμος μιλάει, χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά πράγματα για την ατίθαση νεολαία των προηγμένων βιομηχανικών χωρών. Μαχητικά περιοδικά όπως το socialism ou barbarie στο Παρίσι ή η Correspondence στο Ντιτρόιτ, δημοσίευσαν τεκμηριωμένες μελέτες για την αδιάκοπη αντίσταση των εργατών στη διάρκεια της δουλειάς (ενάντια σε κάθε οργάνωση αυτής της δουλειάς), για την αποπολιτικοποίηση και το μίσος τους προς το συνδικαλισμό που κατάντησε μηχανισμός ενσωμάτωσης των εργαζόμενων στην κοινωνία και ένα ακόμα όπλο στο οικονομικό οπλοστάσιο του γραφειοκρατικοποιημένου καπιταλισμού. Καθώς οι παλιές μορφές αντίστασης φανερώνου την αναποτελεσματικότητά τους ή συχνότερα, τη συμμετοχή τους στο κατεστημένο, η αμείλικτη δυσαρέσκεια προχωράει υπόγεια υπονομεύοντας την κοινωνία της αφθονίας. Σκάβει «ο γεροτυφλοπόντικας», για τον οποίο μιλούσε ο Μαρξ σε μια Πρόποση προς τους ευρωπαίους εργάτες, και το φάντασμα πλανιέται και πάλι σ’ όλες τις γωνιές του τηλεοπτικού πύργου του Έλσενερ στον οποίο ζούμε: αρκεί να υπάρξουν και να ‘χουν την εξουσία τα Εργατικά Συμβούλια, κι όλες οι πολιτικές ομίχλες του θα διαλυθούν!
Στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα η πρώτη οργάνωση του κλασικού προλεταριάτου αναγγέλθηκε από κάποιες απομονωμένες, «εγκληματικές» ενέργειες με στόχο τις μηχανές μιας παραγωγής που εξαφάνιζε τους ανθρώπους από τη δουλειά τους. Μ’ έναν ανάλογο τρόπο βλέπουμε σήμερα ένα πρώτο κύμα βανδαλισμού ενάντια στις μηχανές της κατανάλωσης, που εξίσου μας εξαφανίζουν από τη ζωή. Οπωσδήποτε, σήμερα όπως και τότε , η αξία αυτών των πράξεων δεν βρίσκεται στην ίδια την καταστροφή, αλλά στο γεγονός ότι εκφράζουν μια ανυποταξία που αργότερα θα μετασχηματιστεί σε θετικό σχέδιο για ν’ ανατρέψει όλες τις μηχανές, δίνοντας το προβάδισμα στην πραγματική εξουσία των ανθρώπων. Αφήνοντας κατά μέρος τις λεηλασίες που γίνονται από τις συμμορίες ανηλίκων, μπορούμε ν’ αναφέρουμε μερικές ενέργειες των εργατών, που σε μεγάλο βαθμό είναι ακατανόητες για όποιον μένει στη σκοπιά των κλασικών διεκδικητικών αγώνων.
Στις 9 Φεβρουαρίου του 1961, στη Νάπολη, οι εργάτες που έβγαιναν το βράδυ από τα εργοστάσια δεν βρήκαν τα τραμ για να γυρίσουν όπως συνήθως σπίτι τους, επειδή οι οδηγοί τους έπειτα από απολύσεις πολλών συναδέλφων τους είχαν οργανώσει μια ξαφνική απεργία. Οι εργάτες εκδηλώνουν την αλληλεγγύη τους προς τους απεργούς πετώντας στα γραφεία της εταιρείας των τραμ στην αρχή ότι έβρισκαν μπροστά τους και στη συνέχεια μπουκάλια βενζίνης, με αποτέλεσμα να καεί ένα μέρος του σταθμού των τραμ. Έπειτα αρχίζουν να καίνε αυτοκίνητα και συγκρούονται νικηφόρα με τους αστυνομικούς και τους πυροσβέστες. Πολλές χιλιάδες πια, κατεβαίνουν στην πόλη σπάζοντας τις βιτρίνες και τις φωτεινές επιγραφές, και μόνον η επέμβαση του στρατού και των αρμάτων μάχης ξανάφερε την τάξη στη Νάπολη αργά τη νύχτα. Αυτή η ολότελα αυθόρμητη και χωρίς σκοπό εξέγερση είναι προφανώς μια άμεση εξέγερση ενάντια στον επιπλέον χρόνο μεταφοράς από το σπίτι στη δουλειά, που τόσο βαριά μεγαλώνει το χρόνο της μισθωτής σκλαβιάς στις σύγχρονες πόλεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εξέγερση που ξέσπασε από ένα τυχαίο γεγονός γρήγορα επεκτάθηκε σ’ όλο το σκηνικό της καταναλωτικής κοινωνίας, ένα σκηνικό που πρόσφατα προστέθηκε στην παραδοσιακή φτώχεια της νότιας Ιταλίας: οι βιτρίνες και το νέον είναι οι περισσότερο συμβολικοί αλλά και οι πιο εύθραυστοι εκπρόσωποι αυτής της κοινωνίας, όπως το ‘χουν κιόλας αποδείξει οι επιθέσεις της άγριας νεολαίας.
Στις 4 Αυγούστου οι απεργοί μεταλλωρύχοι του Μερλμπάκ καταστρέφουν εικοσιένα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα μπροστά στα γραφεία της διεύθυνσης. Όλοι γεμάτοι έκπληξη σημειώνουν ότι τα’ αυτοκίνητα ανήκαν σε υπάλληλούς της εταιρείας, δηλαδή σε εργαζόμενους αρκετά κοντινούς στους απεργούς. Και δεν πρόσεξαν καθόλου ότι μαζί μ’ όλους τους άλλους λόγους που δικαιολογούν την επιθετικότητα των εκμεταλλευομένων, αυτή η πράξη ήταν μια πράξη άμυνας ενάντια στο κεντρικό αντικείμενο της καταναλωτικής αλλοτρίωσης.
Στις 6 Ιανουαρίου του 1961 οι απεργοί της Λιέγης καταστρέφοντας τις μηχανές της εφημερίδας La Meuse έφτασαν σε μια από τις κορυφές της συνείδησης του κινήματός τους: την επίθεση ενάντια στα εργαλεία μιας πληροφόρησης που βρίσκεται στα χέρια των εχθρών τους. (Ανέκαθεν το απόλυτο μονοπώλιο όλων των μέσων πληροφόρησης μοιραζόταν ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη συνδικαλιστική και σοσιαλιστική γραφειοκρατία. Συνεπώς ήταν το κρίσιμο σημείο της σύγκρουσης, η άθικτη ως τώρα κλειδαριά που έκλεινε το δρόμο του «άγριου» εργατικού αγώνα προς την εξουσία, καταδικάζοντάς τον σε γρήγορη εξαφάνιση.) Ένα άλλο σύμπτωμα – οπωσδήποτε λιγότερο ενδιαφέρον, μια και εξαρτιέται περισσότερο από τις αδέξιες υπερβολές της γκωλλικής προπαγάνδας – συναντάμε στο ακόλουθο μήνυμα των συνδικάτων των δημοσιογράφων και των τεχνικών της γαλλικής ραδιοτηλεόρασης, στις 9 Φεβρουαρίου: «Οι τεχνικοί και δημοσιογράφοι σύντροφοί μας που βρίσκονταν την Πέμπτη το βράδυ στον τόπο της διαδήλωσης για να την καλύψουν, δέχτηκαν την επίθεση του πλήθους μόνο και μόνον επειδή έφεραν το σήμα της γαλλικής ραδιοτηλεόρασης. Αυτό το γεγονός είναι ενδεικτικό. Γι’ αυτό τα συνδικάτα μας κρίνουν ότι μπορούν να δηλώσουν για μια ακόμα φορά ότι η ζωή των δημοσιογράφων και τεχνικών συντρόφων μας εξαρτιέται από το σεβασμό των άρθρων τους (…)»
Οπωσδήποτε μαζί με τις πρωτοποριακές αντιδράσεις που αρχίζουν να επιτίθενται συγκεκριμένα στις δυνάμεις της εξάρτησης μέσα στις ίδιες τις μαχητικές εργατικές εκδηλώσεις. Για παράδειγμα στις αρχές του χρόνου οι απεργοί της Ντεκαζβίλλ εκλέγοντας είκοσι συναδέλφους τους για να κάνουν απεργία πείνας ανέθεσαν σε είκοσι βεντέτες να τους εκπροσωπήσουν κι έπαιξαν στο θεαματικό πεδίο του εχθρού. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που έχασαν. Αφού μοναδική ελπίδα τους ήταν να επεκτείνουν τη συλλογική δράση τους πέρα από έναν τομέα, στον οποίον αναγκαστικά μπορούσαν να μπλοκάρουν μόνο μια ελλειμματική παραγωγή. Η καπιταλιστική κοινωνική οργάνωση και τα αντιπολιτευόμενα υποπροϊόντα της διέδωσαν σε τέτοιο βαθμό τις κοινοβουλευτικές και θεαματικές ιδέες, ώστε ακόμα κι οι επαναστάτες εργάτες ξεχνούν πολλές φορές ότι η εκπροσώπηση πρέπει πάντα να περιορίζεται στην απολύτως απαραίτητη, σ’ ελάχιστα πράγματα κι ελάχιστες περιπτώσεις.
Αλλά η αντίσταση στην αποκτήνωση δεν εκδηλώνεται μόνο στους εργάτες. Στο Βερολίνο ο ηθοποιός Βόλφγκανγκ Νόις, που έπαιζε σε κάποιο δημοφιλέστατο αστυνομικό σήριαλ της τηλεόρασης, αποκάλυψε με μια μικρή αγγελία στην εφημερίδα Der Abend πως αυτός ήταν ο ένοχος, κάνοντας έτσι ένα σαμποτάζ γεμάτο νόημα.
Η επίθεση του πρώτου εργατικού κινήματος ενάντια στο σύνολο της οργάνωσης του παλιού κόσμου τέλειωσε εδώ και πολύ καιρό. Τίποτε δεν μπορεί να την ξαναζωντανέψει. Παρά την αποτυχία της πρόσφερε πολλά σημαντικά, χωρίς όμως να ‘ναι αυτά ο στόχος για τον οποίο πολέμησε. Ασφαλώς αυτή η παρέκκλιση, που έφερε σε εν μέρει απρόσμενα αποτελέσματα, είναι ο γενικός κανόνας των ανθρώπινων πράξεων. Αλλά απ’ αυτόν τον κανόνα θα πρέπει ν’ αποκλείσουμε τη στιγμή της επαναστατικής δράσης, του ποιοτικού άλματος, του όλα ή τίποτα. Πρέπει να ξαναμελετήσουμε το κλασικό εργατικό κίνημα χωρίς καμία προκατάληψη απέναντι στους διάφορους πολιτικούς ή ψευτοθεωρητικούς κληρονόμους του, γιατί το μόνο που κληρονόμησαν ήταν η ήττα του. Οι φαινομενικές νίκες αυτού του κινήματος είναι στην πραγματικότητα οι κυριότερες ήττες του (ο ρεφορμισμός ή η εγκαθίδρυση μιας κρατικής γραφειοκρατικής εξουσίας), και οι ήττες του (η Παρισινή Κομμούνα ή η εξέγερση των Αστουριών) είναι μέχρι στιγμής οι ουσιαστικότερες νίκες του, και για το παρόν και για το μέλλον. Θα πρέπει να τοποθετήσουμε με ακρίβεια μέσα στο χρόνο αυτό το κίνημα. Μπορούμε να πούμε ότι το κλασικό εργατικό κίνημα αρχίζει είκοσι χρόνια πριν την επίσημη συγκρότηση της Α’ Διεθνούς, μ’ εκείνη την πρώτη διασύνδεση των κομμουνιστικών ομάδων πολλών χωρών, όπως την οργάνωσε ο Μαρξ κι οι φίλοι του στις Βρυξέλλες το 1845. Το τέλος του τοποθετείται μετά την ήττα της ισπανικής επανάστασης, δηλαδή μετά το Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη.
Μέσα σ’ αυτά τα χρονικά όρια πρέπει να ξαναβρούμε όλη την αλήθεια και να ξαναμελετήσουμε όλες τις αντιθέσεις ανάμεσα στους επαναστάτες, όλες τις παραγνωρισμένες δυνατότητες, χωρίς να μας εντυπωσιάσει το γεγονός ότι μερικοί επιβλήθηκαν σε κάποιους άλλους και κυριάρχησαν μέσα στο κίνημα, γιατί ξέρουμε ότι κέρδισαν στο εσωτερικό μιας συνολικής ήττας. Ασφαλώς η πρώτη σκέψη που πρέπει να ξαναανακαλύψουμε είναι η σκέψη του Μαρξ, πράγμα που είναι εύκολο μια και υπάρχουν τόσα ντοκουμέντα της και τόσα ψέμματα γύρω απ’ αυτήν.
Εξίσου όμως οφείλουμε να ξαναμελετήσουμε τις αναρχικές θέσεις στην Α’ Διεθνή, το μπλανκισμό, το λουξεμπουργκισμό, το κίνημα των Συμβουλίων στη Γερμανία και την Ισπανία, τους Μαχνοβιστές, κλπ, χωρίς να παραγνωρίζουμε την πρακτική επίδραση των ουτοπικών σοσιαλιστών. Φυσικά αυτή η μελέτη δεν μπορεί να ‘χει καμιά σχέση με τον πανεπιστημιακό εκλεκτικισμό ή την απλή αναζήτηση γνώσεων. Μόνος στόχος της είναι να χρησιμεύσει στο σχηματισμό ενός καινούργιου επαναστατικού κινήματος, όπως προαναγγέλλεται αυτά τα τελευταία χρόνια από διάφορα σημάδια, ανάμεσα στα οποία και εμείς. Το καινούργιο επαναστατικό κίνημα θα ‘ναι ολότελα διαφορετικό. Πρέπει να καταλάβουμε αυτά τα σημάδια μελετώντας το κλασικό επαναστατικό σχέδιο και αντίστροφα. Πρέπει να ξαναβρούμε την ιστορία της ίδιας της κίνησης της ιστορίας, που τόσο καλά μας έκρυψαν κι αλλοίωσαν. Εξάλλου μόνο μέσα σ’ αυτό το κίνημα – κι ορισμένες ομάδες καλλιτεχνικής αναζήτησης που ήταν συνδεδεμένες μ’ αυτό – εμφανίστηκαν κάποιες γοητευτικές συμπεριφορές, πράγμα που μας επιτρέπει να ενδιαφερθούμε αντικειμενικά για τη μοντέρνα κοινωνία και τις δυνατότητες που κρύβει.
Ο μόνος τρόπος για να μείνουμε πιστοί και να κατανοήσουμε τη δράση των συντρόφων μας του παρελθόντος είναι να ξαναφέρουμε στο πιο ψηλό επίπεδο το πρόβλημα της επανάστασης – ένα πρόβλημα που ξεφεύγει τόσο περισσότερο από τη σφαίρα των ιδεών, όσο περισσότερο τίθεται στα γεγονότα. Γιατί όμως αυτή η δουλειά φαίνεται τόσο δύσκολη;
Στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο δύσκολη αν ξεκινήσουμε από ένα πείραμα ελεύθερης καθημερινής ζωής, δηλαδή μιαν αναζήτηση της ελευθερίας στην καθημερινή ζωή. Νομίζουμε ότι αυτό το ζήτημα το νοιώθει ιδιαίτερα συγκεκριμένα η σημερινή νεολαία. Μόνο αν το νοιώσουμε σε μια επαρκή απαίτηση, μόνο τότε θα μπορέσουμε να κρίνουμε το παρελθόν, να διασώσουμε και να ξαναβρούμε τη χαμένη ιστορία. Κάτι τέτοιο δεν είναι δύσκολο για τη σκέψη που πρωταρχικός ρόλος της είναιν’ αμφισβητεί οτιδήποτε υπάρχει. Το θέμα είναι να μην εγκαταλείψουμε την φιλοσοφία (όπως οι περισσότεροι φιλόσοφοι), να μην εγκαταλείψουμε την τέχνη (όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες), να μην εγκαταλείψουμε την αμφισβήτηση της σημερινής πραγματικότητας (όπως οι περισσότεροι αγωνιστές). Μόνο έτσι αυτά τα προβλήματα θα φτάσουν μέχρι το ίδιο ξεπέρασμα. Μόνο οι ειδικοί, που αντλούν την εξουσία τους από μια κοινωνία της εξειδίκευσης, εγκατέλειψαν την κριτική αλήθεια των θεωριών τους και αρκέστηκαν στη θετική επικαρπία της λειτουργίας τους. Όλες οι πραγματικές αναζητήσεις συγχωνεύονται προς μια ολότητα όπου οι πραγματικοί άνθρωποι θα συναντηθούν για να προσπαθήσουν ακόμα μια φορά να βγουν απ’ την προϊστορία τους.
Ορισμένοι αμφιβάλλουν κατά πόσο θα δούμε ένα καινούργιο ξεκίνημα της επανάστασης κι επαναλαμβάνουν ότι το προλεταριάτο έχει απορροφηθεί απ’ το σύστημα ή πως οι εργαζόμενοι έχουν πια ικανοποιηθεί κλπ. Κάτι τέτοιο σημαίνει ένα από τα δύο: ή δηλώνουν πως οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι, οπότε θα τους πολεμήσουμε απείλικτα, ή θεωρούν ότι ανήκουν σε μια διαχωρισμένη κατηγορία εργαζομένων (π.χ. τους καλλιτέχνες), οπότε θα πολεμήσουμε αυτήν την αυταπάτη τους δείχνοντάς τους ότι το καινούργιο προλεταριάτο τείνει να συμπεριλάβει όλο σχεδόν τον κόσμο.
Με ανάλογο τρόπο, οι φόβοι ή οι μεσσιανικές ελπίδες για το εξεγερσιακό κίνημα των αποικιοκρατούμενων ή μισοαποικιοκρατούμενων χωρών, παραγνωρίζουν το θεμελιώδες γεγονός ότι το επαναστατικό σχέδιο πρέπει να πραγματωθεί στις προηγμένες βιομηχανικές χώρες. Όσο κάτι τέτοιο δεν θα συμβαίνει, όλα τα κινήματα στην υπανάπτυκτη ζώνη θα ‘ναι καταδικασμένα ν’ ακολουθήσουν το μοντέλο της κινέζικης επανάστασης, που ξεκίνησε όταν εξαφανιζόταν το κλασσικό εργατικό κίνημα. Όλη η παραπέρα πορεία της σημαδεύτηκε απ’ αυτο το γεγονός και το λοξοδρόμισμα που της προξένησε. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η ύπαρξη του κινήματος των υπανάπτυκτων - ακόμα κι αν έχει πόλο του τη γραφειοκρατική Κίνα - δημιουργεί μια ανισορροπία στην εξωτερική σύγκρουση των δύο ισορροπημένων στρατοπέδων, κάνοντας ασταθές κάθε μοίρασμα του κόσμο ανάμεσα στους ηγέτες και τους ιδιοκτήτες του. Αλλά η ρήξη της εσωτερικής ισορροπίας κάθε στρατόπεδου εξαιτίας όσων συμβαίνουν στα εργοστάσια του Μάντσεστερ ή του Ανατολικού Βερολίνου, αποκλείει κάθε εξασφαλισμένη εξέλιξη στο πλανητικό πόκερ.
Οι επαναστατικές μειοψηφίες, που συνέχισαν την πορεία τους στα σκοτεινά μετά τη συντριβή του κλασσικού εργατικού κινήματος (μετά την πονηριά της ιστορίας που έκανε τη δύναμή του κρατική αστυνομία), έσωσαν την αλήθεια αυτού του κινήματος, αλλά ως αφηρημένη αλήθεια του παρελθόντος. Με μια αξιοσέβαστη αντίσταση στη δύναμη μπόρεσαν να διαφυλάξουν την παράδοση που όλοι συκοφαντούσαν, δεν μπόρεσαν όμως να συγκροτήσουν μια καινούργια δύναμη. Ο σχηματισμός καινούργιων οργανώσεων εξαρτιέται από μια βαθύτερη έμπρακτη κριτική. Πρέπει να ξεκόψουμε ολοκληρωτικά από την ιδεολογία, οιυ οι επαναστατικές ομάδες νομίζουν ότι τους παρέχει θετικούς τίτλους και τους εξασφαλίζει τη λειτουργία. Πρέπει να ξαναδούμε την μαρξιστική κριτική του ρόλου των ιδεολογιών. Γι’ αυτό πρέπει να εγκαταλείψουμε το πεδίο της εξειδικευμένης επαναστατικής δραστηριότητας, του αυτοφενακισμού της σοβαρότητας της πολιτικής. Έχει αποδειχτεί ότι αυτή η εξειδίκευση ενθαρρύνει τους καλύτερους να γίνονται ηλίθιοισ’ όλα τα άλλα ζητήματα, χάνοντας κάθε ευκαιρία να πετύχουν στον ίδιον τον πολιτικό αγώνα, που είναι αναπόσπαστος από το σφαιρικό πρ΄΄οβλημα της κοινωνίας μας. Η εξειδίκευση και η χευτοσοβαρότητα είναι από τις πρώτες αμυντικές θέσεις του παλιού κόσμου μέσα στο ίδιο το μυαλό μας. Η επαναστατική οργάνωση νέου τύπου θα συγκρουστεί με τον παλιό κόσμο και σ’ ένα ακόμα σημείο: θα επιτρέπει και θ’ απαιτεί απ’ τα μέλη της να συμμετέχουν αυθεντικά και δημιουργικά. Δε θα μετράει τη συμμετοχή τους με παρουσίες χρησιμοποιώντας το ποσοτικό κριτήριο των ωρών εργασίας, που ανήκει στην ίδια την κυρίαρχη κοινωνία. Η ανάγκη μιας ενθουσιώδους συμμετοχής όλων επιβάλλεται από το γεγονός ότι ο αγωνιστής της παλιάς πολιτικής, ο υπεύθυνος που “θυσιάζεται”, εξαφανίζεται παντού μαζί με την ίδια την κλασσική πολιτική, κι ακόμα περισσότερο από τ’ ότι η αυτοθυσία εξαργυρώνεται πάντοτε σε εξουσία (έστω και καθαρά ηθική). Η πλήξη είναι αντεπαναστατική από κάθε άποψη.
Οι ομάδες που δέχονται ότι η παλιά πολιτική έχει αποτύχει ουσιαστικά (και όχι περιστασιακά απλώς), πρέπει να παραδεχτούν ότι μπορούν να θεωρούνται διαρκής πρωτοπορία μόνον αν δώσουν το παράδειγμα ενός καινούργιου στυλ ζωής, ενός καινούργιου πάθους. Ξέρουμε ότι το κριτήριο “στυλ ζωής” δεν είναι ουτοπικό: μπορούμε να το δούμε διάχυτο στις στιγμές εμφάνισης και ανόδου του κλασσικού εργατικού κινήματος. Πιστεύουμε ότι στην ερχόμενη περίοδο το στυλ ζωής θα προχωρήσει πολύ μακρύτερα απ’ ότι στο 19ο αιώνα. Στην αντίθετη περίπτωση, οι αγωνιστές αυτών των ομάδων θα ‘χουν φτιάξει ωχρές εταιρείες προπαγάνδας για να διαδώσουν μια πολύ σωστή και θεμελιακή ιδέα, αλλά χωρίς κανένα ακροατήριο. Στην κοινωνία του θεάματος η μονόπλευρη θεαματική μετάδοση μιας επαναστατικής διδασκαλίας έχασε κάθε πιθανότητα επιτυχίας, τόσο στην εσωτερική ζωή της οργάνωσης όσο και στη δράση της προς τα έξω. Η κοινωνία του θεάματος οργανώνει μαζικά εντελώς άλλα θεάματα και ταυτόχρονα εμποτίζει κάθε θέαμα με την απογοήτευση. Συνεπώς αυτή η εξειδικευμένη προπαγάνδα δεν έχει καμμιά πιθανότητα να οδηγήσει σε μια δραστηριοποίηση την κατάλληλη στιγμή και να βοηθήσει τους πραγματικούς αγώνες, όταν οι μάζες θα ‘ναι υποχρεωμένες ν’ αγωνιστούν.
Πρέπει να θυμηθούμε και να ξαναζωντανέψουμε το νόημα του κοινωνικού πολέμουν των φτωχών του 19ου αιώνα. Η λέξη ‘φτώχεια’ βρίσκεται σ’ όλα τα τραγούδια και τις διαξητύξεις εκείνων που πολέμησαν για το κλασσικό εργατικό κίνημα. Είναι επείγον για την Κ.Δ. και τους συντρόφους που βαδίζουν σήμερα σε ανάλογους δρόμους, να καθορίσουν την καινούργια φτώχια. Είναι βέβαιο ότι μπροστά σ’ αυτήν την καινούργια εξαθλίωση, ορισμένοι σύγχρονοι αμερικάνοι κοινωνιολόγοι παίζουν ένα ρόλο ανάλογο μ’ εκείνο των πρώτων ουτοπιστών φιλάνθρωπων του περασμένου αιώνα. Καταδείχνουν το κακό αλλά μ’ έναν τρόπο ιδεαλιστικό και τεχνητό, γιατί η μόνη πηγή κατανόησης είναι η πράξη και δεν μπορούμε να καταλάβουμε αληθινά τη φύση του εχθρού αν δεν τον πολεμήσουμε (σ’ αυτό το πεδίο τοποθετούνται για παράδειγμα τα σχέδια των Ζ. Κέλλερ και Ρ. Βανεγκέμ, που επιδιώκουν να περάσουν την επιθετικότητα των μπλουζόν νουάρ στο επίπεδο των ιδεών).
Ο καθορισμός της καινούργιας φτώχιας απαιτεί τον καθορισμό του καινούργιου πλούτου. Η κυρίαρχή κοινωνία διαδίδει μια εικόνα σύμφωνα με την οποία εξελίχτηκε (από μόνη της και μέσα από τις αποδεκτές πιέσεις του ρεφορμισμού) από οικονομία κέρδους σε οικονομία αναγκών. Σ’ αυτή την εικόνα πρέπει ν’ αντιπαραθέσουμε μια οικονομία της επιθυμίας, που σημαίνει: η τεχνολογική κοινωνία συν όσα φανταζόμαστε ότι μπορούμε να πετύχουμε χάρη σ’ αυτήν. Η οικονομία των αναγκών γίνεται πλαστή από τη συνήθεια. Η συνήθεια είναι η φυσική διαδικασία μέσα από την οποία η (ολοκληρωμένη, πραγματωμένη) επιθυμία υποβαθμίζεται σε ανάγκη - πράγμα που σημαίνει επίσης ότι εκδηλώνεται, αντικειμενοποιείται και γίνεται καθολικά αποδεκτή ως ανάγκη. Αλλά η σημερινή οικονομία ελέγχει άμεσα την παρασκευή των συνηθειών και χειραγωγεί τους δίχως επιθυμίες ανθρώπους, απομακρύνοντάς τους απ’ όσα ποθούν.
Ο συμβιβασμός με την χεύτικη αμφισβήτηση του κόσμου συμβαδίζει μ’ ένα συμβιβασμό με τον ψεύτικο πλούτο του και συνεπώς με μια εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας να καθοριστεί η καινούργια φτώχια. Αυτός ο συμβιβασμός εκφράζεται σαφέστατα από τον σαρτρικό Αντρέ Γκορζ ο οποίο στο τεύχος 188 των Temps Modernes ομολογεί ότι τον ενοχλεί που είναι υποχρεωμένος (εξαιτίας μιας ελάχιστα λαμπρής δημοσιογραφικής δουλειάς) να πληρώνει τ’ αγαθά αυτής της κοινωνίας: τα μεν ταξί, καθώς λέει με σεβασμό, επειδή στην εποχή μας είναι υποχρεωμένα να προχωρούν σημειωτόν πίσω από τις μάζες των Ι.Χ. που έχουν γίνει υποχρεωτικά για όλους μας, τα δε ταξίδια επειδή μας ξαναφέρνουν, σε κάθε σημείο της γης, στο ίδιο πληκτικό θέαμα της διαρκώς επαναλαμβανόμενης αλλοτρίωσης. Την ίδια στιγμή υμνεί ‘τη νεολαία’ μόνο τον ‘επαναστατικών γενεών’ της Γιουγκοσλαβίας, της Αλγερίας, της Κούβας, της Κίνας και του Ισραήλ - όπως κάποτε ο Σαρτρ υμνούσε “την ελευθερία καθολικής κριτικής που έχει κατοχυρωθεί στην Ε.Σ.Σ.Δ.”. Για το Γκορζ και την ηλιθιότητά του οι άλλες χώρες έχουν γεράσει. Έτσι γλυτώνει την ευθύνει να κάνει τις επαναστατικές επιλογές που επιβάλλονται τόσο στις ‘νεολαίες’ αυτών των χωρών, όσο και των χωρών μας, που δεν είναι τόσο γερασμένες ούτε τόσο φανερές, και όπου κάθε εξέγερση δεν είναι τόσο Γκορζ.
Την ίδια στιγμή ο Φουζερολά, ο τελευταίος από τους “στοχαστές” που “ξεπέρασαν” το μαρξισμό, ανησυχεί επειδή όλα τα σπουδαία στάδια της ιστορικής εξέλιξης σημαδεύτηκαν από μιαν αλλαγή στον τρόπο παραγωγής, ενώ η κομμουνιστική κοινωνία που ανήγγειλε ο Μαρξ φαίνεται πως δεν θα ‘ναι παρά μια συνέχιση της κοινωνίας της βιομηχανικής παραγωγής! Ο Φουζερολά πρέπει να ξανακάτσει στα θρανία. Η επόμενη κοινωνία δεν θα στηρίζεται στη βιομηχανική παραγωγή. Θα ‘ναι μια κοινωνία της πραγματωμένης τέχνης. Αυτός ο “εντελώς καινούργιος τύπος παραγωγής, που κυοφορείται από την κοινωνία μας” (Η αμφισβήτηση του Μαρξισμού, σελ. 84), είναι η κατασκευή των καταστάσεων, η ελεύθερη κατασκευή των γεγονότων της ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου