Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταστασιακή Διεθνής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταστασιακή Διεθνής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ - ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ


(το παρακάτω ντοκουμέντο βρίσκεται στο βιβλίο του Rene Vienet ‘Μάης 1968 – Λυσσασμένοι και σιτουασιονιστές μέσα στο κίνημα των καταλήψεων’ από τις εκδόσεις της Διεθνής Βιβλιοθήκης.)


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ

Μέσα σε δέκα μέρες, όχι μόνο καταλήφθηκαν από τους εργάτες εκατοντάδες εργοστάσια και μια αυθόρμητη γενική απεργία παρέλυσε ολοκληρωτικά τη δραστηριότητα της χώρας, αλλά και διάφορα κτίρια που ανήκουν στο Κράτος καταλήφθηκαν από επιτροπές που επιβλήθηκαν επί τόπου και ανέλαβαν τη διαχείρισή τους. Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να διαρκέσει,αλλά που βρίσκεται μπροστά σε μια εναλλακτική λύσει να εξαπλωθεί ή να εξαφανιστεί (καταστολή ή διαλυτικές διαπραγματεύσεις), όλες οι παλιές ιδέες έχουν παραμεριστεί, ενώ επιβεβαιώνονται όλες οι ριζοσπαστικές απόψεις για την επιστροφή του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος. Το γεγονός ότι όλο το κίνημα ουσιαστικά εξαπολύθηκε εδώ και πέντε μήνες από μισή ντουζίνα επαναστατών της ομάδας των «Λυσσασμένων», δείχνει εύγλωττα ότι οι αντικειμενικές συνθήκες ήδη υπήρχαν. Ήδη το γαλλικό παράδειγμα αντηχεί πέρα απ’ τα σύνορα και οδηγεί στην επανεμφάνιση του διεθνισμού, αναπόσπαστου στοιχείου των επαναστάσεων του αιώνα μας.

Ο θεμελιώδης αγώνας θέτει σήμερα αντιμέτωπους, από τη μια μεριά τη μάζα των εργαζομένων – που δεν έχουν άμεσα το λόγο – κι απο την άλλη τις πολιτικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες της αριστεράς, που – αν και ξεκινάνε απ’ το περιορισμένο 14% των συνδικαλισμένων μέσα στοον ενεργό πληθυσμό – ελέγχουν τις πόρτες των εργοστασίων και το δικαίωμα να μιλάνε και να διαπραγματεύονται εν ονόματι αυτών που έχουνε κάνει την κατάληψη. Οι γραφειοκρατίες αυτές δεν είναι εκφυλισμένες και προδοτικές εργατικές οργανώσεις, αλλά ένας μηχανισμός αφομοίωσης στην καπιταλιστική κοινωνία. Μέσα στην τωρινή κρίση αποτελούν το κύριο στήριγμα του κλονισμένου καπιταλισμού.

Ο ντεγκωλλισμός μπορεί να διαπραγματευτεί, ουσιαστικά με το Κ.Κ. και τη C.G.T. (έστω και έμμεσα), την αποκινητοποίηση των εργατών με αντάλλαγμα οικονομικά πλεονεκτήματα: στην περίπτωση αυτή η καταστολή θα χτυπήσει τα ριζοσπαστικά ρεύματα. Η εξουσία μπορεί να περάσει στην «Αριστερά», που θα εξακολουθήσει την ίδια οπλιτική αν και απο μια πιο εξασθενημένη θέση. Ενδέχεται επίσης να δοκιμαστεί η βίαιη καταστολή. Τέλος, οι εργάτες μπορεί να κατακτήσουν μια θέση ισχύος, μιλώντας οι ίδιοι για λογαριασμό τους και συνειδητοποιώντας αιτήματα που να είναι στο ύψος της ριζοσπαστικότητας των μορφών αγώνα που ήδη εφάρμοσαν στην πράξη. Ένα τέτοιο προτσέσσο θα οδηγούσε στο σχηματισμό Συμβουλίων εργαζομένων, που θα έπαιρναν αποφάσεις δημοκρατικά στη βάση, θα ομοσπονδοποιούνταν μέσω εκπροσώπων ανακλητών ανα πάσα στιγμή, και θα γινόντουσαν η μοναδική εξουσία συζήτησης, λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Απο ποιά άποψη εμπεριέχεται μια τέτοια προοπτική στην παράταση της σημερινής κατάστασης; Ίσως σε λίγες μέρες η ανάγκη, η ανάγκη να ξαναλειτουργήσουν μερικοί τομείς της οικονομίας κάτω από εργατικό έλεγχο μπορεί να θέσει τις βάσεις αυτής της νέας εξουσίας, που τα πάντα την ωθούν να υποσκελίσει τα υπάρχοντα συνδικάτα και κόμματα. Θα πρέπει να ξαναλειτουργήσουν οι σιδηρόδρομοι και τα τυπογραφεία για τις ανάγκες του εργατικού αγώνα. Οι νέες εκ των πραγμάτων αρχές θα πρέπει να επιτάξουν και να μοιράσουν τα τρόφιμα. Ίσως ακόμα χρειαστεί ν’ αντικατασταθεί το χρεωκοπημένο χρήμα με αξιόγραφα (κάρτες) που θα υποθηκεύουν το μέλλον αυτών των νέων αρχών. Μόνο μέσα σε μια τέτοια πρακτική διαδικασία μπορεί να επιβληθεί η συνείδηση που γίνεται κύριος της ιστορίας και πραγματώνει για όλους τους εργαζόμενους την κυριαρχία όλων των όψεων της ζωής τους.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ

Παρίσι, 22 του Μάη 1968

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

ΟΙ ΑΣΧΗΜΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ - INTERNATIONALE SITUATIONNISTE

(Το παρόν κείμενο το 'αλιεύσαμε' από το βιβλίο "internationale situationniste - το ξεπέρασμα της τέχνης - ανθολογία κειμένων της καταστασιακής διεθνούς", εκδόσεις ύψιλον. Είχε δημοσιευθεί στο 7ο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς.)

Οι άσχημες μέρες θα τελειώσουν

Τη στιγμή που ο κόσμος του θεάματος επεκτείνει την κυριαρχία του, πλησιάζει και το κρίσιμο σημείο της επίθεσής του ξεσηκώνοντας παντού καινούργιες αντιδράσεις. Αυτές οι αντιδράσεις παραμένουν ελάχιστα γνωστές γιατί στόχος του κυρίαρχου θεάματος είναι ακριβώς η παγκόσμια και ναρκωτική αντανάκλαση της υποταγής. Δεν παύουν ωστόσο να υπάρχουν και να μεγαλώνουν.
Όλος ο κόσμος μιλάει, χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά πράγματα για την ατίθαση νεολαία των προηγμένων βιομηχανικών χωρών. Μαχητικά περιοδικά όπως το socialism ou barbarie στο Παρίσι ή η Correspondence στο Ντιτρόιτ, δημοσίευσαν τεκμηριωμένες μελέτες για την αδιάκοπη αντίσταση των εργατών στη διάρκεια της δουλειάς (ενάντια σε κάθε οργάνωση αυτής της δουλειάς), για την αποπολιτικοποίηση και το μίσος τους προς το συνδικαλισμό που κατάντησε μηχανισμός ενσωμάτωσης των εργαζόμενων στην κοινωνία και ένα ακόμα όπλο στο οικονομικό οπλοστάσιο του γραφειοκρατικοποιημένου καπιταλισμού. Καθώς οι παλιές μορφές αντίστασης φανερώνου την αναποτελεσματικότητά τους ή συχνότερα, τη συμμετοχή τους στο κατεστημένο, η αμείλικτη δυσαρέσκεια προχωράει υπόγεια υπονομεύοντας την κοινωνία της αφθονίας. Σκάβει «ο γεροτυφλοπόντικας», για τον οποίο μιλούσε ο Μαρξ σε μια Πρόποση προς τους ευρωπαίους εργάτες, και το φάντασμα πλανιέται και πάλι σ’ όλες τις γωνιές του τηλεοπτικού πύργου του Έλσενερ στον οποίο ζούμε: αρκεί να υπάρξουν και να ‘χουν την εξουσία τα Εργατικά Συμβούλια, κι όλες οι πολιτικές ομίχλες του θα διαλυθούν!
Στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα η πρώτη οργάνωση του κλασικού προλεταριάτου αναγγέλθηκε από κάποιες απομονωμένες, «εγκληματικές» ενέργειες με στόχο τις μηχανές μιας παραγωγής που εξαφάνιζε τους ανθρώπους από τη δουλειά τους. Μ’ έναν ανάλογο τρόπο βλέπουμε σήμερα ένα πρώτο κύμα βανδαλισμού ενάντια στις μηχανές της κατανάλωσης, που εξίσου μας εξαφανίζουν από τη ζωή. Οπωσδήποτε, σήμερα όπως και τότε , η αξία αυτών των πράξεων δεν βρίσκεται στην ίδια την καταστροφή, αλλά στο γεγονός ότι εκφράζουν μια ανυποταξία που αργότερα θα μετασχηματιστεί σε θετικό σχέδιο για ν’ ανατρέψει όλες τις μηχανές, δίνοντας το προβάδισμα στην πραγματική εξουσία των ανθρώπων. Αφήνοντας κατά μέρος τις λεηλασίες που γίνονται από τις συμμορίες ανηλίκων, μπορούμε ν’ αναφέρουμε μερικές ενέργειες των εργατών, που σε μεγάλο βαθμό είναι ακατανόητες για όποιον μένει στη σκοπιά των κλασικών διεκδικητικών αγώνων.
Στις 9 Φεβρουαρίου του 1961, στη Νάπολη, οι εργάτες που έβγαιναν το βράδυ από τα εργοστάσια δεν βρήκαν τα τραμ για να γυρίσουν όπως συνήθως σπίτι τους, επειδή οι οδηγοί τους έπειτα από απολύσεις πολλών συναδέλφων τους είχαν οργανώσει μια ξαφνική απεργία. Οι εργάτες εκδηλώνουν την αλληλεγγύη τους προς τους απεργούς πετώντας στα γραφεία της εταιρείας των τραμ στην αρχή ότι έβρισκαν μπροστά τους και στη συνέχεια μπουκάλια βενζίνης, με αποτέλεσμα να καεί ένα μέρος του σταθμού των τραμ. Έπειτα αρχίζουν να καίνε αυτοκίνητα και συγκρούονται νικηφόρα με τους αστυνομικούς και τους πυροσβέστες. Πολλές χιλιάδες πια, κατεβαίνουν στην πόλη σπάζοντας τις βιτρίνες και τις φωτεινές επιγραφές, και μόνον η επέμβαση του στρατού και των αρμάτων μάχης ξανάφερε την τάξη στη Νάπολη αργά τη νύχτα. Αυτή η ολότελα αυθόρμητη και χωρίς σκοπό εξέγερση είναι προφανώς μια άμεση εξέγερση ενάντια στον επιπλέον χρόνο μεταφοράς από το σπίτι στη δουλειά, που τόσο βαριά μεγαλώνει το χρόνο της μισθωτής σκλαβιάς στις σύγχρονες πόλεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εξέγερση που ξέσπασε από ένα τυχαίο γεγονός γρήγορα επεκτάθηκε σ’ όλο το σκηνικό της καταναλωτικής κοινωνίας, ένα σκηνικό που πρόσφατα προστέθηκε στην παραδοσιακή φτώχεια της νότιας Ιταλίας: οι βιτρίνες και το νέον είναι οι περισσότερο συμβολικοί αλλά και οι πιο εύθραυστοι εκπρόσωποι αυτής της κοινωνίας, όπως το ‘χουν κιόλας αποδείξει οι επιθέσεις της άγριας νεολαίας.
Στις 4 Αυγούστου οι απεργοί μεταλλωρύχοι του Μερλμπάκ καταστρέφουν εικοσιένα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα μπροστά στα γραφεία της διεύθυνσης. Όλοι γεμάτοι έκπληξη σημειώνουν ότι τα’ αυτοκίνητα ανήκαν σε υπάλληλούς της εταιρείας, δηλαδή σε εργαζόμενους αρκετά κοντινούς στους απεργούς. Και δεν πρόσεξαν καθόλου ότι μαζί μ’ όλους τους άλλους λόγους που δικαιολογούν την επιθετικότητα των εκμεταλλευομένων, αυτή η πράξη ήταν μια πράξη άμυνας ενάντια στο κεντρικό αντικείμενο της καταναλωτικής αλλοτρίωσης.
Στις 6 Ιανουαρίου του 1961 οι απεργοί της Λιέγης καταστρέφοντας τις μηχανές της εφημερίδας La Meuse έφτασαν σε μια από τις κορυφές της συνείδησης του κινήματός τους: την επίθεση ενάντια στα εργαλεία μιας πληροφόρησης που βρίσκεται στα χέρια των εχθρών τους. (Ανέκαθεν το απόλυτο μονοπώλιο όλων των μέσων πληροφόρησης μοιραζόταν ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη συνδικαλιστική και σοσιαλιστική γραφειοκρατία. Συνεπώς ήταν το κρίσιμο σημείο της σύγκρουσης, η άθικτη ως τώρα κλειδαριά που έκλεινε το δρόμο του «άγριου» εργατικού αγώνα προς την εξουσία, καταδικάζοντάς τον σε γρήγορη εξαφάνιση.) Ένα άλλο σύμπτωμα – οπωσδήποτε λιγότερο ενδιαφέρον, μια και εξαρτιέται περισσότερο από τις αδέξιες υπερβολές της γκωλλικής προπαγάνδας – συναντάμε στο ακόλουθο μήνυμα των συνδικάτων των δημοσιογράφων και των τεχνικών της γαλλικής ραδιοτηλεόρασης, στις 9 Φεβρουαρίου: «Οι τεχνικοί και δημοσιογράφοι σύντροφοί μας που βρίσκονταν την Πέμπτη το βράδυ στον τόπο της διαδήλωσης για να την καλύψουν, δέχτηκαν την επίθεση του πλήθους μόνο και μόνον επειδή έφεραν το σήμα της γαλλικής ραδιοτηλεόρασης. Αυτό το γεγονός είναι ενδεικτικό. Γι’ αυτό τα συνδικάτα μας κρίνουν ότι μπορούν να δηλώσουν για μια ακόμα φορά ότι η ζωή των δημοσιογράφων και τεχνικών συντρόφων μας εξαρτιέται από το σεβασμό των άρθρων τους (…)»
Οπωσδήποτε μαζί με τις πρωτοποριακές αντιδράσεις που αρχίζουν να επιτίθενται συγκεκριμένα στις δυνάμεις της εξάρτησης μέσα στις ίδιες τις μαχητικές εργατικές εκδηλώσεις. Για παράδειγμα στις αρχές του χρόνου οι απεργοί της Ντεκαζβίλλ εκλέγοντας είκοσι συναδέλφους τους για να κάνουν απεργία πείνας ανέθεσαν σε είκοσι βεντέτες να τους εκπροσωπήσουν κι έπαιξαν στο θεαματικό πεδίο του εχθρού. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που έχασαν. Αφού μοναδική ελπίδα τους ήταν να επεκτείνουν τη συλλογική δράση τους πέρα από έναν τομέα, στον οποίον αναγκαστικά μπορούσαν να μπλοκάρουν μόνο μια ελλειμματική παραγωγή. Η καπιταλιστική κοινωνική οργάνωση και τα αντιπολιτευόμενα υποπροϊόντα της διέδωσαν σε τέτοιο βαθμό τις κοινοβουλευτικές και θεαματικές ιδέες, ώστε ακόμα κι οι επαναστάτες εργάτες ξεχνούν πολλές φορές ότι η εκπροσώπηση πρέπει πάντα να περιορίζεται στην απολύτως απαραίτητη, σ’ ελάχιστα πράγματα κι ελάχιστες περιπτώσεις.
Αλλά η αντίσταση στην αποκτήνωση δεν εκδηλώνεται μόνο στους εργάτες. Στο Βερολίνο ο ηθοποιός Βόλφγκανγκ Νόις, που έπαιζε σε κάποιο δημοφιλέστατο αστυνομικό σήριαλ της τηλεόρασης, αποκάλυψε με μια μικρή αγγελία στην εφημερίδα Der Abend πως αυτός ήταν ο ένοχος, κάνοντας έτσι ένα σαμποτάζ γεμάτο νόημα.
Η επίθεση του πρώτου εργατικού κινήματος ενάντια στο σύνολο της οργάνωσης του παλιού κόσμου τέλειωσε εδώ και πολύ καιρό. Τίποτε δεν μπορεί να την ξαναζωντανέψει. Παρά την αποτυχία της πρόσφερε πολλά σημαντικά, χωρίς όμως να ‘ναι αυτά ο στόχος για τον οποίο πολέμησε. Ασφαλώς αυτή η παρέκκλιση, που έφερε σε εν μέρει απρόσμενα αποτελέσματα, είναι ο γενικός κανόνας των ανθρώπινων πράξεων. Αλλά απ’ αυτόν τον κανόνα θα πρέπει ν’ αποκλείσουμε τη στιγμή της επαναστατικής δράσης, του ποιοτικού άλματος, του όλα ή τίποτα. Πρέπει να ξαναμελετήσουμε το κλασικό εργατικό κίνημα χωρίς καμία προκατάληψη απέναντι στους διάφορους πολιτικούς ή ψευτοθεωρητικούς κληρονόμους του, γιατί το μόνο που κληρονόμησαν ήταν η ήττα του. Οι φαινομενικές νίκες αυτού του κινήματος είναι στην πραγματικότητα οι κυριότερες ήττες του (ο ρεφορμισμός ή η εγκαθίδρυση μιας κρατικής γραφειοκρατικής εξουσίας), και οι ήττες του (η Παρισινή Κομμούνα ή η εξέγερση των Αστουριών) είναι μέχρι στιγμής οι ουσιαστικότερες νίκες του, και για το παρόν και για το μέλλον. Θα πρέπει να τοποθετήσουμε με ακρίβεια μέσα στο χρόνο αυτό το κίνημα. Μπορούμε να πούμε ότι το κλασικό εργατικό κίνημα αρχίζει είκοσι χρόνια πριν την επίσημη συγκρότηση της Α’ Διεθνούς, μ’ εκείνη την πρώτη διασύνδεση των κομμουνιστικών ομάδων πολλών χωρών, όπως την οργάνωσε ο Μαρξ κι οι φίλοι του στις Βρυξέλλες το 1845. Το τέλος του τοποθετείται μετά την ήττα της ισπανικής επανάστασης, δηλαδή μετά το Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη.
Μέσα σ’ αυτά τα χρονικά όρια πρέπει να ξαναβρούμε όλη την αλήθεια και να ξαναμελετήσουμε όλες τις αντιθέσεις ανάμεσα στους επαναστάτες, όλες τις παραγνωρισμένες δυνατότητες, χωρίς να μας εντυπωσιάσει το γεγονός ότι μερικοί επιβλήθηκαν σε κάποιους άλλους και κυριάρχησαν μέσα στο κίνημα, γιατί ξέρουμε ότι κέρδισαν στο εσωτερικό μιας συνολικής ήττας. Ασφαλώς η πρώτη σκέψη που πρέπει να ξαναανακαλύψουμε είναι η σκέψη του Μαρξ, πράγμα που είναι εύκολο μια και υπάρχουν τόσα ντοκουμέντα της και τόσα ψέμματα γύρω απ’ αυτήν.
Εξίσου όμως οφείλουμε να ξαναμελετήσουμε τις αναρχικές θέσεις στην Α’ Διεθνή, το μπλανκισμό, το λουξεμπουργκισμό, το κίνημα των Συμβουλίων στη Γερμανία και την Ισπανία, τους Μαχνοβιστές, κλπ, χωρίς να παραγνωρίζουμε την πρακτική επίδραση των ουτοπικών σοσιαλιστών. Φυσικά αυτή η μελέτη δεν μπορεί να ‘χει καμιά σχέση με τον πανεπιστημιακό εκλεκτικισμό ή την απλή αναζήτηση γνώσεων. Μόνος στόχος της είναι να χρησιμεύσει στο σχηματισμό ενός καινούργιου επαναστατικού κινήματος, όπως προαναγγέλλεται αυτά τα τελευταία χρόνια από διάφορα σημάδια, ανάμεσα στα οποία και εμείς. Το καινούργιο επαναστατικό κίνημα θα ‘ναι ολότελα διαφορετικό. Πρέπει να καταλάβουμε αυτά τα σημάδια μελετώντας το κλασικό επαναστατικό σχέδιο και αντίστροφα. Πρέπει να ξαναβρούμε την ιστορία της ίδιας της κίνησης της ιστορίας, που τόσο καλά μας έκρυψαν κι αλλοίωσαν. Εξάλλου μόνο μέσα σ’ αυτό το κίνημα – κι ορισμένες ομάδες καλλιτεχνικής αναζήτησης που ήταν συνδεδεμένες μ’ αυτό – εμφανίστηκαν κάποιες γοητευτικές συμπεριφορές, πράγμα που μας επιτρέπει να ενδιαφερθούμε αντικειμενικά για τη μοντέρνα κοινωνία και τις δυνατότητες που κρύβει.
Ο μόνος τρόπος για να μείνουμε πιστοί και να κατανοήσουμε τη δράση των συντρόφων μας του παρελθόντος είναι να ξαναφέρουμε στο πιο ψηλό επίπεδο το πρόβλημα της επανάστασης – ένα πρόβλημα που ξεφεύγει τόσο περισσότερο από τη σφαίρα των ιδεών, όσο περισσότερο τίθεται στα γεγονότα. Γιατί όμως αυτή η δουλειά φαίνεται τόσο δύσκολη;
Στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο δύσκολη αν ξεκινήσουμε από ένα πείραμα ελεύθερης καθημερινής ζωής, δηλαδή μιαν αναζήτηση της ελευθερίας στην καθημερινή ζωή. Νομίζουμε ότι αυτό το ζήτημα το νοιώθει ιδιαίτερα συγκεκριμένα η σημερινή νεολαία. Μόνο αν το νοιώσουμε σε μια επαρκή απαίτηση, μόνο τότε θα μπορέσουμε να κρίνουμε το παρελθόν, να διασώσουμε και να ξαναβρούμε τη χαμένη ιστορία. Κάτι τέτοιο δεν είναι δύσκολο για τη σκέψη που πρωταρχικός ρόλος της είναιν’ αμφισβητεί οτιδήποτε υπάρχει. Το θέμα είναι να μην εγκαταλείψουμε την φιλοσοφία (όπως οι περισσότεροι φιλόσοφοι), να μην εγκαταλείψουμε την τέχνη (όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες), να μην εγκαταλείψουμε την αμφισβήτηση της σημερινής πραγματικότητας (όπως οι περισσότεροι αγωνιστές). Μόνο έτσι αυτά τα προβλήματα θα φτάσουν μέχρι το ίδιο ξεπέρασμα. Μόνο οι ειδικοί, που αντλούν την εξουσία τους από μια κοινωνία της εξειδίκευσης, εγκατέλειψαν την κριτική αλήθεια των θεωριών τους και αρκέστηκαν στη θετική επικαρπία της λειτουργίας τους. Όλες οι πραγματικές αναζητήσεις συγχωνεύονται προς μια ολότητα όπου οι πραγματικοί άνθρωποι θα συναντηθούν για να προσπαθήσουν ακόμα μια φορά να βγουν απ’ την προϊστορία τους.
Ορισμένοι αμφιβάλλουν κατά πόσο θα δούμε ένα καινούργιο ξεκίνημα της επανάστασης κι επαναλαμβάνουν ότι το προλεταριάτο έχει απορροφηθεί απ’ το σύστημα ή πως οι εργαζόμενοι έχουν πια ικανοποιηθεί κλπ. Κάτι τέτοιο σημαίνει ένα από τα δύο: ή δηλώνουν πως οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι, οπότε θα τους πολεμήσουμε απείλικτα, ή θεωρούν ότι ανήκουν σε μια διαχωρισμένη κατηγορία εργαζομένων (π.χ. τους καλλιτέχνες), οπότε θα πολεμήσουμε αυτήν την αυταπάτη τους δείχνοντάς τους ότι το καινούργιο προλεταριάτο τείνει να συμπεριλάβει όλο σχεδόν τον κόσμο.
Με ανάλογο τρόπο, οι φόβοι ή οι μεσσιανικές ελπίδες για το εξεγερσιακό κίνημα των αποικιοκρατούμενων ή μισοαποικιοκρατούμενων χωρών, παραγνωρίζουν το θεμελιώδες γεγονός ότι το επαναστατικό σχέδιο πρέπει να πραγματωθεί στις προηγμένες βιομηχανικές χώρες. Όσο κάτι τέτοιο δεν θα συμβαίνει, όλα τα κινήματα στην υπανάπτυκτη ζώνη θα ‘ναι καταδικασμένα ν’ ακολουθήσουν το μοντέλο της κινέζικης επανάστασης, που ξεκίνησε όταν εξαφανιζόταν το κλασσικό εργατικό κίνημα. Όλη η παραπέρα πορεία της σημαδεύτηκε απ’ αυτο το γεγονός και το λοξοδρόμισμα που της προξένησε. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η ύπαρξη του κινήματος των υπανάπτυκτων - ακόμα κι αν έχει πόλο του τη γραφειοκρατική Κίνα - δημιουργεί μια ανισορροπία στην εξωτερική σύγκρουση των δύο ισορροπημένων στρατοπέδων, κάνοντας ασταθές κάθε μοίρασμα του κόσμο ανάμεσα στους ηγέτες και τους ιδιοκτήτες του. Αλλά η ρήξη της εσωτερικής ισορροπίας κάθε στρατόπεδου εξαιτίας όσων συμβαίνουν στα εργοστάσια του Μάντσεστερ ή του Ανατολικού Βερολίνου, αποκλείει κάθε εξασφαλισμένη εξέλιξη στο πλανητικό πόκερ.
Οι επαναστατικές μειοψηφίες, που συνέχισαν την πορεία τους στα σκοτεινά μετά τη συντριβή του κλασσικού εργατικού κινήματος (μετά την πονηριά της ιστορίας που έκανε τη δύναμή του κρατική αστυνομία), έσωσαν την αλήθεια αυτού του κινήματος, αλλά ως αφηρημένη αλήθεια του παρελθόντος. Με μια αξιοσέβαστη αντίσταση στη δύναμη μπόρεσαν να διαφυλάξουν την παράδοση που όλοι συκοφαντούσαν, δεν μπόρεσαν όμως να συγκροτήσουν μια καινούργια δύναμη. Ο σχηματισμός καινούργιων οργανώσεων εξαρτιέται από μια βαθύτερη έμπρακτη κριτική. Πρέπει να ξεκόψουμε ολοκληρωτικά από την ιδεολογία, οιυ οι επαναστατικές ομάδες νομίζουν ότι τους παρέχει θετικούς τίτλους και τους εξασφαλίζει τη λειτουργία. Πρέπει να ξαναδούμε την μαρξιστική κριτική του ρόλου των ιδεολογιών. Γι’ αυτό πρέπει να εγκαταλείψουμε το πεδίο της εξειδικευμένης επαναστατικής δραστηριότητας, του αυτοφενακισμού της σοβαρότητας της πολιτικής. Έχει αποδειχτεί ότι αυτή η εξειδίκευση ενθαρρύνει τους καλύτερους να γίνονται ηλίθιοισ’ όλα τα άλλα ζητήματα, χάνοντας κάθε ευκαιρία να πετύχουν στον ίδιον τον πολιτικό αγώνα, που είναι αναπόσπαστος από το σφαιρικό πρ΄΄οβλημα της κοινωνίας μας. Η εξειδίκευση και η χευτοσοβαρότητα είναι από τις πρώτες αμυντικές θέσεις του παλιού κόσμου μέσα στο ίδιο το μυαλό μας. Η επαναστατική οργάνωση νέου τύπου θα συγκρουστεί με τον παλιό κόσμο και σ’ ένα ακόμα σημείο: θα επιτρέπει και θ’ απαιτεί απ’ τα μέλη της να συμμετέχουν αυθεντικά και δημιουργικά. Δε θα μετράει τη συμμετοχή τους με παρουσίες χρησιμοποιώντας το ποσοτικό κριτήριο των ωρών εργασίας, που ανήκει στην ίδια την κυρίαρχη κοινωνία. Η ανάγκη μιας ενθουσιώδους συμμετοχής όλων επιβάλλεται από το γεγονός ότι ο αγωνιστής της παλιάς πολιτικής, ο υπεύθυνος που “θυσιάζεται”, εξαφανίζεται παντού μαζί με την ίδια την κλασσική πολιτική, κι ακόμα περισσότερο από τ’ ότι η αυτοθυσία εξαργυρώνεται πάντοτε σε εξουσία (έστω και καθαρά ηθική). Η πλήξη είναι αντεπαναστατική από κάθε άποψη.
Οι ομάδες που δέχονται ότι η παλιά πολιτική έχει αποτύχει ουσιαστικά (και όχι περιστασιακά απλώς), πρέπει να παραδεχτούν ότι μπορούν να θεωρούνται διαρκής πρωτοπορία μόνον αν δώσουν το παράδειγμα ενός καινούργιου στυλ ζωής, ενός καινούργιου πάθους. Ξέρουμε ότι το κριτήριο “στυλ ζωής” δεν είναι ουτοπικό: μπορούμε να το δούμε διάχυτο στις στιγμές εμφάνισης και ανόδου του κλασσικού εργατικού κινήματος. Πιστεύουμε ότι στην ερχόμενη περίοδο το στυλ ζωής θα προχωρήσει πολύ μακρύτερα απ’ ότι στο 19ο αιώνα. Στην αντίθετη περίπτωση, οι αγωνιστές αυτών των ομάδων θα ‘χουν φτιάξει ωχρές εταιρείες προπαγάνδας για να διαδώσουν μια πολύ σωστή και θεμελιακή ιδέα, αλλά χωρίς κανένα ακροατήριο. Στην κοινωνία του θεάματος η μονόπλευρη θεαματική μετάδοση μιας επαναστατικής διδασκαλίας έχασε κάθε πιθανότητα επιτυχίας, τόσο στην εσωτερική ζωή της οργάνωσης όσο και στη δράση της προς τα έξω. Η κοινωνία του θεάματος οργανώνει μαζικά εντελώς άλλα θεάματα και ταυτόχρονα εμποτίζει κάθε θέαμα με την απογοήτευση. Συνεπώς αυτή η εξειδικευμένη προπαγάνδα δεν έχει καμμιά πιθανότητα να οδηγήσει σε μια δραστηριοποίηση την κατάλληλη στιγμή και να βοηθήσει τους πραγματικούς αγώνες, όταν οι μάζες θα ‘ναι υποχρεωμένες ν’ αγωνιστούν.
Πρέπει να θυμηθούμε και να ξαναζωντανέψουμε το νόημα του κοινωνικού πολέμουν των φτωχών του 19ου αιώνα. Η λέξη ‘φτώχεια’ βρίσκεται σ’ όλα τα τραγούδια και τις διαξητύξεις εκείνων που πολέμησαν για το κλασσικό εργατικό κίνημα. Είναι επείγον για την Κ.Δ. και τους συντρόφους που βαδίζουν σήμερα σε ανάλογους δρόμους, να καθορίσουν την καινούργια φτώχια. Είναι βέβαιο ότι μπροστά σ’ αυτήν την καινούργια εξαθλίωση, ορισμένοι σύγχρονοι αμερικάνοι κοινωνιολόγοι παίζουν ένα ρόλο ανάλογο μ’ εκείνο των πρώτων ουτοπιστών φιλάνθρωπων του περασμένου αιώνα. Καταδείχνουν το κακό αλλά μ’ έναν τρόπο ιδεαλιστικό και τεχνητό, γιατί η μόνη πηγή κατανόησης είναι η πράξη και δεν μπορούμε να καταλάβουμε αληθινά τη φύση του εχθρού αν δεν τον πολεμήσουμε (σ’ αυτό το πεδίο τοποθετούνται για παράδειγμα τα σχέδια των Ζ. Κέλλερ και Ρ. Βανεγκέμ, που επιδιώκουν να περάσουν την επιθετικότητα των μπλουζόν νουάρ στο επίπεδο των ιδεών).
Ο καθορισμός της καινούργιας φτώχιας απαιτεί τον καθορισμό του καινούργιου πλούτου. Η κυρίαρχή κοινωνία διαδίδει μια εικόνα σύμφωνα με την οποία εξελίχτηκε (από μόνη της και μέσα από τις αποδεκτές πιέσεις του ρεφορμισμού) από οικονομία κέρδους σε οικονομία αναγκών. Σ’ αυτή την εικόνα πρέπει ν’ αντιπαραθέσουμε μια οικονομία της επιθυμίας, που σημαίνει: η τεχνολογική κοινωνία συν όσα φανταζόμαστε ότι μπορούμε να πετύχουμε χάρη σ’ αυτήν. Η οικονομία των αναγκών γίνεται πλαστή από τη συνήθεια. Η συνήθεια είναι η φυσική διαδικασία μέσα από την οποία η (ολοκληρωμένη, πραγματωμένη) επιθυμία υποβαθμίζεται σε ανάγκη - πράγμα που σημαίνει επίσης ότι εκδηλώνεται, αντικειμενοποιείται και γίνεται καθολικά αποδεκτή ως ανάγκη. Αλλά η σημερινή οικονομία ελέγχει άμεσα την παρασκευή των συνηθειών και χειραγωγεί τους δίχως επιθυμίες ανθρώπους, απομακρύνοντάς τους απ’ όσα ποθούν.
Ο συμβιβασμός με την χεύτικη αμφισβήτηση του κόσμου συμβαδίζει μ’ ένα συμβιβασμό με τον ψεύτικο πλούτο του και συνεπώς με μια εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας να καθοριστεί η καινούργια φτώχια. Αυτός ο συμβιβασμός εκφράζεται σαφέστατα από τον σαρτρικό Αντρέ Γκορζ ο οποίο στο τεύχος 188 των Temps Modernes ομολογεί ότι τον ενοχλεί που είναι υποχρεωμένος (εξαιτίας μιας ελάχιστα λαμπρής δημοσιογραφικής δουλειάς) να πληρώνει τ’ αγαθά αυτής της κοινωνίας: τα μεν ταξί, καθώς λέει με σεβασμό, επειδή στην εποχή μας είναι υποχρεωμένα να προχωρούν σημειωτόν πίσω από τις μάζες των Ι.Χ. που έχουν γίνει υποχρεωτικά για όλους μας, τα δε ταξίδια επειδή μας ξαναφέρνουν, σε κάθε σημείο της γης, στο ίδιο πληκτικό θέαμα της διαρκώς επαναλαμβανόμενης αλλοτρίωσης. Την ίδια στιγμή υμνεί ‘τη νεολαία’ μόνο τον ‘επαναστατικών γενεών’ της Γιουγκοσλαβίας, της Αλγερίας, της Κούβας, της Κίνας και του Ισραήλ - όπως κάποτε ο Σαρτρ υμνούσε “την ελευθερία καθολικής κριτικής που έχει κατοχυρωθεί στην Ε.Σ.Σ.Δ.”. Για το Γκορζ και την ηλιθιότητά του οι άλλες χώρες έχουν γεράσει. Έτσι γλυτώνει την ευθύνει να κάνει τις επαναστατικές επιλογές που επιβάλλονται τόσο στις ‘νεολαίες’ αυτών των χωρών, όσο και των χωρών μας, που δεν είναι τόσο γερασμένες ούτε τόσο φανερές, και όπου κάθε εξέγερση δεν είναι τόσο Γκορζ.
Την ίδια στιγμή ο Φουζερολά, ο τελευταίος από τους “στοχαστές” που “ξεπέρασαν” το μαρξισμό, ανησυχεί επειδή όλα τα σπουδαία στάδια της ιστορικής εξέλιξης σημαδεύτηκαν από μιαν αλλαγή στον τρόπο παραγωγής, ενώ η κομμουνιστική κοινωνία που ανήγγειλε ο Μαρξ φαίνεται πως δεν θα ‘ναι παρά μια συνέχιση της κοινωνίας της βιομηχανικής παραγωγής! Ο Φουζερολά πρέπει να ξανακάτσει στα θρανία. Η επόμενη κοινωνία δεν θα στηρίζεται στη βιομηχανική παραγωγή. Θα ‘ναι μια κοινωνία της πραγματωμένης τέχνης. Αυτός ο “εντελώς καινούργιος τύπος παραγωγής, που κυοφορείται από την κοινωνία μας” (Η αμφισβήτηση του Μαρξισμού, σελ. 84), είναι η κατασκευή των καταστάσεων, η ελεύθερη κατασκευή των γεγονότων της ζωής.

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΑΜΑΤΙΚΗΣ - ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ - INTERNATIONALE SITUATIONNISTE

(Το παρόν κείμενο το 'αλιεύσαμε' από το βιβλίο "internationale situationniste - το ξεπέρασμα της τέχνης - ανθολογία κειμένων της καταστασιακής διεθνούς", εκδόσεις ύψιλον. Είχε δημοσιευθεί στο 10ο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς.)


Η παρακμή και η πτώση της θεαματικής – εμπορευματικής οικονομίας

Από τις 13 έως τις 16 Αυγούστου του 1965 ο μαύρος πληθυσμός του Λος Άντζελες ξεσηκώθηκε. Ένα επεισόδιο ανάμεσα σε τροχονόμους και διαβάτες εξελίχτηκε σε αυθόρμητες συγκρούσεις δύο ημερών. Οι αυξανόμενες ενισχύσεις των δυνάμεων της τάξης δεν κατόρθωσαν να ξαναπάρουν τον έλεγχο του δρόμου. Την Τρίτη μέρα οι Μαύροι πήραν τα όπλα λεηλατώντας τα γύρω οπλοπωλεία κι έτσι μπόρεσαν να πυροβολήσουν ως και τα ελικόπτερα της αστυνομίας. Χιλιάδες στρατιώτες κι αστυνομικοί – η στρατιωτική δύναμη μιας μεραρχίας πεζικάριων με την υποστήριξη αρμάτων μάχης – χρειάστηκε τελικά να ριχτούν στη μάχη για να κυκλώσουν την εξέγερση μέσα στη συνοικία Γουάτς (Watts) και τέλος να την ξανακερδίσουν έπειτα από πάμπολλες οδομαχίες πολλών ημερών. Οι εξεγερμένοι επιδόθηκαν στη γενικευμένη λεηλασία και τον εμπρησμό των καταστημάτων. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις υπήρξαν 3 νεκροί, από τους οποίους 27 Μαύροι, πάνω από 800 τραυματίες και 3000 συλλήψεις.
Οι αντιδράσεις, απ’ όπου κι αν προέρχονταν, απόκτησαν εκείνη τη σαφήνεια που μόνο το επαναστατικό γεγονός – όντας το ίδιο μια έμπρακτη αποσαφήνιση των υπαρχόντων προβλημάτων – έχει πάντοτε το προνόμιο να προσδίνει στις διάφορες αποχρώσεις της σκέψης των αντιπάλων του. Ο αρχηγός της αστυνομίας Γουίλλιαμ Πάρκερ αρνήθηκε κάθε μεσολάβηση που του πρότειναν οι μεγάλες μαύρες οργανώσεις, δηλώνοντας πολύ σωστά ότι «αυτοί οι εξεγερμένοι δεν έχουν αρχηγούς». Και βέβαια αφού οι Μαύροι δεν είχαν πια αρχηγούς είχε έρθει η στιγμή της αλήθειας για κάθε στρατόπεδο. Τι περίμενε άλλωστε αυτήν τη στιγμή ένας απ’ αυτούς τους άνεργους πια αρχηγούς, ο Ρου Γουίλκινς, γενικός γραμματέας της Εθνικής Ένωσης για την Προώθηση του Έγχρωμου Πληθυσμού; Δήλωνε ότι οι εξεγερμένοι «έπρεπε να κατασταλούν με κάθε αναγκαία δύναμη». Κι ο καρδινάλιος του Λος Άντζελες, Μακ Ιντάιρ, που διαμαρτυρόταν έντονα, δεν διαμαρτυρόταν για τη βιαιότητα της καταστολής όπως θα περίμενε κανείς τώρα που η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εκσυγχρονίζει την εικόνα της. Αντίθετα διαμαρτυρόταν αναστατωμένος για μια «προσχεδιασμένη εξέγερση εναντίον των δικαιωμάτων του πλησίον, εναντίον του σεβασμού του νόμου και της διατήρησης της τάξης» και καλούσε τους καθολικούς ν’ αντιταχτούν στη λεηλασία, σ’ «αυτές τις χωρίς προφανή αίτια βιαιότητες». Όσοι πάλι κατάφεραν να δουν τα «προφανή αίτια» της οργής των Μαύρων του Λος Άντζελες – χωρίς όμως να βλέπουν το πραγματικό αίτιο-, όλοι αυτοί οι στοχαστές κι οι «υπεύθυνοι» της παγκόσμιας Αριστεράς και της ανυπαρξίας της, θρήνησαν για την ανευθυνότητα, την αταξία, τη λεηλασία και κυρίως το γεγονός ότι πρωτολεηλατήθηκαν τα καταστήματα οινοπνευματωδών και όπλων, κι έκλαψαν για τις 2000 καταμετρημένες εστίες πυρκαγιάς, με τις οποίες οι μπουρλοτιέρηδες του Γουάτς φώτισαν τη μάχη τους και τη γιορτή τους.

Ποιος λοιπόν υπερασπίστηκε του εξεγερμένους του Λος Άντζελες όπως πραγματικά το άξιζαν; Εμείς θα το κάνουμε. Ας αφήσουμε τους οικονομολόγους να κλαίνε τα 27 εκατομμύρια χαμένα δολάρια, τους πολεοδόμους να οδύρονται πάνω στις στάχτες ενός από τα πιο ωραία τους σουπερμάρκετς και τον Μακ Ιντάιρ να θρηνεί για το βοηθό σερίφη που σκοτώθηκε. Ας αφήσουμε τους κοινωνιολόγους να τραβάν τα μαλλιά τους με τον παραλογισμό και το μεθύσι που επικράτησε σ’ αυτήν την εξέγερση. Ο ρόλος ενός επαναστατικού εντύπου είναι όχι μόνο να δώσει δίκιο στους εξεγερμένους του Λος Άντζελες, αλλά και να συνεισφέρει στο να τους δώσει τους λόγους της εξέγερσής τους, να εξηγήσει θεωρητικά την αλήθεια που αναζητά η πράξη τους.
Στο Μήνυμα προς τους επαναστάτες της Αλγερίας και όλων των χωρών που δημοσιεύτηκε στο Αλγέρι τον Ιούλιο του 1965 μετά το πραξικόπημα του Μπουμεντιέν κι εξέθετε στους αλγερινούς και στους επαναστάτες όλου του κόσμου την κατάσταση στην Αλγερία και στον υπόλοιπο κόσμο ως σύνολο,- οι καταστασιακοί αναφέρθηκαν ανάμεσα στα παραδείγματά τους και στο κίνημα των αμερικανών Μαύρων που «αν καταφέρει να εκδηλωθεί με συνέπεια» θα ξεσκεπάσει τις αντιφάσεις του πιο προηγμένου καπιταλισμού. Πέντε βδομάδες αργότερα αυτή η συνέπεια εκδηλώθηκε στους δρόμους, η θεωρητική κριτική των πιο μοντέρνων εκδηλώσεων της σύγχρονης κοινωνίας και η έμπρακτή κριτική αυτής της κοινωνίας υπάρχουν κιόλας. Εξακολουθούν να ‘ναι διαχωρισμένες, αλλά είναι σίγουρο πως έχουν προχωρήσει προς τις ίδιες πραγματικότητες και μιλούν για το ίδιο πράγμα. Αυτές οι δύο κριτικές εξηγούνται αμοιβαία και δε μπορούμε να εξηγήσουμε τη μία χωρίς να εξηγήσουμε την άλλη. Η θεωρία της επιβίωσης και του θεάματος διαφωτίζεται κι επαληθεύεται απ’ αυτές τις πράξεις που η αμερικάνικη ψεύτικη συνείδηση δε μπορεί να εξηγήσει. Και κάποια μέρα θα φωτίσει με τη σειρά της αυτές τις πράξεις. Μέχρι σήμερα οι διαδηλώσεις των Μαύρων για τα «δικαιώματα του πολίτη» είχαν συγκρατηθεί από τους αρχηγούς τους σε μια νομιμότητα, που ανεχόταν τις χειρότερες βιαιότητες των δυνάμεων της τάξης και των ρατσιστών (όπως για παράδειγμα τον περασμένο Μάρτιο στην Αλαμπάμα κατά τη διάρκεια της πορείας στο Μοντγκόμερυ). Ακόμα και μετά απ’ αυτό το σκάνδαλο, μια διακριτική συνεννόηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης , του κυβερνήτη Γουάλλας με τον πάστορα Κινγκ, είχε οδηγήσει τους διαδηλωτές της Σέλμα, στις 10 Μαρτίου, να υποχωρήσουν μπροστά στην πρώτη πρόσκληση των Αρχών να διαλυθούν, με αποτέλεσμα να καταλήξουν περήφανα στις προσευχές! Η σύγκρουση που περίμενε τότε το πλήθος δεν ήταν παρά το θέαμα μιας πραγματοποιήσιμης σύγκρουσης. Την ίδια στιγμή η μη βία είχε φτάσει το γελοίο όριο του θάρρους της: να εκτίθεσαι στα χτυπήματα του εχθρού και ν’ ανυψώνεις έπειτα το ηθικό σου μεγαλείο, ώστε να του στερήσεις την αναγκαιότητα να ξαναχρησιμοποιήσει τη δύναμή του. Αλλά το βασικό δεδομένο είναι ότι το κίνημα για τα δικαιώματα του πολίτη, χρησιμοποιώντας νόμιμα μέσα, δεν μπορούσε να θέσει παρά νόμιμα προβλήματα. Είναι λογικό να επικαλείσαι νόμιμα το νόμο. Το ανορθολογικό είναι να ζητιανεύεις νόμιμα μπροστά στην προφανή παρανομία, λες κι αυτή η παρανομία δεν είναι παρά ένας παραλογισμός που θα διαλυθεί μόλις τον δείξεις με το δάχτυλο. Είναι φανερό ότι η αισχρά ορατή επιφανειακή παρανομία, που ακόμα ασκείται σε βάρος των Μαύρων σε πολλές πολιτείες των Η.Π.Α., έχει τις ρίζες της σε μια οικονομικοκοινωνική αντίφαση που δεν είναι της αρμοδιότητας των σημερινών νόμων. Είναι επίσης φανερό ότι κανένας μελλοντικός δικαστικός, τυπικός νόμος δε θα μπορέσει να τη θίξει στο παραμικρό ενάντια στους πιο θεμελιώδεις νόμους της κοινωνίας στην οποία οι αμερικάνοι Μαύροι τολμούν τελικά να διεκδικούν το δικαίωμα της ζωής. Αυτό που στ’ αλήθεια θέλουν οι αμερικάνοι Μαύροι είναι η ολοκληρωτική ανατροπή αυτής της κοινωνίας ή τίποτα, και το πρόβλημα της αναγκαίας ανατροπής ξεπροβάλλει από μόνο του μόλις οι Μαύροι καταλήγουν στα ανατρεπτικά μέσα. Αλλά η χρησιμοποίηση τέτοιων μέσων ξεπροβάλλει στην καθημερινή τους ζωή σαν κάτι το τυχαίο αλλά κι εντελώς δικαιολογημένο αντικειμενικά. Το πρωταρχικό ζήτημα που βάζει στους Μαύρους η καθημερινή τους ζωή δεν είναι η κρίση του στάτους των Μαύρων της Αμερικής, αλλά η κρίση του στάτους της ίδιας της Αμερικής. Στην εξέγερση του Γουάτς δεν είχαμε μια φυλετική σύγκρουση: οι Μαύροι δεν επιτέθηκαν στους Λευκούς που βρέθηκαν στο δρόμο τους, χτύπησαν μόνο τους λευκούς αστυνομικούς. Άλλωστε η μαύρη κοινότητα δεν αγκάλιασε ούτε τους μαύρους καταστηματάρχες ούτε τους μαύρους αυτοκινητιστές. Ο ίδιος ο Λούθερ Κίνγκ αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι τα όρια της ειδικότητάς του είχαν ξεπεραστεί, δηλώνοντας τον Οκτώβριο στο Παρίσι ότι «δεν ήταν συγκρούσεις φυλετικές αλλά ταξικές».
Η εξέγερση στο Λος Άντζελες είναι μια εξέγερση ενάντια στο εμπόρευμα, ενάντια στον κόσμο του εμπορεύματος και του εργαζόμενου καταναλωτή που είναι ιεραρχικά υποταγμένος στα μέτρα του εμπορεύματος. Οι Μαύροι του Λος Άντζελες παίρνουν κατά λέξη την προπαγάνδα του σύγχρονου καπιταλισμού, τη διαφήμιση της αφθονίας, όπως και οι συμμορίες των νεαρών αλητών όλων των ανεπτυγμένων χωρών αλλά πιο ριζικά, εφόσον με τους Μαύρους αυτό γίνεται στην κλίμακα μιας τάξης που συνολικά δεν έχει μέλλον, μιας μερίδας του προλεταριάτου που δεν μπορεί να πιστέψει σε σημαντικές ευκαιρίες για προαγωγή κι ενσωμάτωση. Θέλουν ευθύς αμέσως όλα όσα τους δείχνουν και είναι διαθέσιμα με αφηρημένο τρόπο, επειδή θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν. Γι’ αυτό και αρκούνται στην ανταλλακτική αξία, την εμπορευματική πραγματικότητα που έχει επιλέξει τα πάντα και είναι το καλούπι, το κίνητρο και ο τελικός σκοπός. Κλέβοντας και χαρίζοντας ξαναβρίσκουν μια χρήση που διαψεύδει αυτομάτως τον καταπιεστικό ορθολογισμό του εμπορεύματος και ξεσκεπάζει τις σχέσεις του και την ίδια του την κατασκευή ως αυθαίρετες και μη αναγκαίες. Η λεηλασία της συνοικίας του Γουάτς εκδήλωνε την πιο συνοπτική πραγμάτωση του νόθου συνθήματος «Στον καθένα σύμφωνα με τις ψεύτικες ανάγκες του». Τις ανάγκες που καθορίζει και παράγει αυτό το οικονομικό σύστημα που απορρίπτει η λεηλασία. Ωστόσο, οι αμερικάνοι Μαύροι παίρνουν αυτήν την αφθονία κατά λέξη, την αγγίζουν άμεσα και δεν την κυνηγούν αόριστα στον αγώνα δρόμου που επιβάλλει η αλλοτριωμένη εργασία και η αδιάκοπη αύξηση των πολυποίκιλων κοινωνικών αναγκών. Γι’ αυτό και οι αληθινές ανθρώπινες ανάγκες εκδηλώνονται κιόλας μέσα στη γιορτή, στο παιχνίδι, στο καταστροφικό πότλατς. Ο άνθρωπος, που καταστρέφει εμπορεύματα, φανερώνει την ανωτερότητα του ανθρώπου πάνω στα εμπορεύματα. Δεν θα μένει πια σκλάβος των αυθαίρετων μορφών που έπλασε η εικόνα της ανάγκης του. Μέσα στις φλόγες του Γουάτς πραγματοποιήθηκε το πέρασμα από την κατανάλωση στην ανάλωση. Τα υπερψυγεία που κλάπηκαν από ανθρώπους που στο σπίτι τους δεν έχουν ρεύμα ή τους το έχουν κόψει, είναι η καλύτερη εικόνα του ψέματος της αφθονίας που έγινε αλήθεια μέσα στο παιχνίδι. Οι άνθρωποι μπορούν ν’ ασκήσουν κριτική και να μετασχηματίσουν την εμπορευματική παραγωγή μόλις πάψουν να την αγοράζουν. Μόνον όταν την πληρώνουν με χρήμα – σαν σύμβολο που φανερώνει μια θέση μέσα στην επιβίωση – μόνο τότε τη σέβονται σαν θαυμαστό φετίχ. Η κοινωνία της αφθονίας βρίσκει τη φυσική απάντηση της στη λεηλασία. Η αφθονία της δεν είναι με κανένα τρόπο φυσική κι ανθρώπινη αφθονία, είναι αφθονία εμπορευμάτων. Και η λεηλασία, γκρεμίζοντας προς στιγμήν το εμπόρευμα ως εμπόρευμα, φανερώνει το ultima ratio (ύστατο επιχείρημα) του εμπορεύματος: τη δύναμη, την αστυνομία και τα’ άλλα ειδικευμένα αποσπάσματα που μέσα στο Κράτος κατέχουν το μονοπώλιο της ένοπλης βίας. Τι είναι ο αστυνομικός; Είναι ο ενεργός υπηρέτης του εμπορεύματος, ο άνθρωπος που έχει ολοκληρωτικά υποταχθεί στο εμπόρευμα και χάρη στη δράση του το τάδε προϊόν της ανθρώπινης εργασίας παραμένει εμπόρευμα. Η μαγική θέληση του εμπορεύματος είναι να πληρώνεται και όχι απλοϊκά ένα ψυγείο ή ένα τουφέκι, δηλαδή ένα τυφλό, παθητικό κι αναίσθητο πράγμα που υποτάσσεται σ’ οποιονδήποτε το χρησιμοποιεί. Απορρίπτοντας την ταπείνωση της εξάρτησης του ανθρώπου από τον αστυνομικό, οι Μαύροι απορρίπτουν την ταπείνωση της εξάρτησης του ανθρώπου από τα εμπορεύματα. Η χωρίς εμπορευματικό μέλλον νεολαία του Γουάτς διάλεξε μια άλλη ποιότητα του παρόντος και η αλήθεια αυτού του παρόντος υπήρξε αναμφισβήτητη σε τέτοιο σημείο ώστε συμπαρέσυρε όλον τον πληθυσμό, τις γυναίκες, τα παιδιά, μέχρι και τους κοινωνιολόγους που βρίσκονταν εκεί. Μια νεαρή μαύρη κοινωνιολόγος αυτής της συνοικίας, η Μπόμπι Χόλλον, δήλωνε τον Οκτώβριο στον Herald Tribune: «Παλιά οι άνθρωποι ντρέπονταν να πουν πως είναι απ’ το Γουάτς, το ‘λέγανε μέσα απ’ τα δόντια τους. Τώρα το λένε με περηφάνια. Αγόρια που πάντα φορούσαν πουκάμισα ανοιχτά ως τη μέση και θα σε λιάνιζαν στο πί και φί, ξανάρχονταν εδώ κάθε πρωί στις επτά. Οργάνωναν τη διανομή των τροφίμων. Φυσικά δεν πρέπει να ‘χουμε αυταπάτες, τα τρόφιμα τα είχαν κλέψει(…) Όλη αυτή η χριστιανική φλυαρία χρησιμοποιήθηκε ενάντια στους Μαύρους χρόνια ολόκληρα. Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν να κλέβουν για δέκα χρόνια, χωρίς να πάρουν πίσω ούτε τα μισά από τα λεφτά που τους έχουν κλέψει σ’ αυτά τα μαγαζιά, τόσα χρόνια τώρα (…) Εγώ δεν είμαι παρά μια μικρούλα μαύρη». Η Μπόμπι Χόλλον που αποφάσισε να μην πλύνει ποτέ το αίμα που πότισε τα παπούτσια της μέσα στις συμπλοκές, λέει ότι «τώρα όλος ο κόσμος κοιτάζει τη συνοικία του Γουάτς».
Πως οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία, ξεκινώντας από προϋπάρχουσες συνθήκες, ώστε να τους αποτρέψεις να επέμβουν σ’ αυτές; Οι Μαύροι του Λος Άντζελες είναι οι πιο καλοπληρωμένοι στις Η.Π.Α. αλλά και οι περισσότερο αποκομμένοι από τον υπέρμετρο πλούτο που υπάρχει στην Καλιφόρνια. Το Χόλυγουντ, ο πόλος του παγκόσμιου θεάματος, βρίσκεται ακριβώς δίπλα τους. Τους υπόσχονται ότι, αν κάνουν υπομονή, θα φτάσουν την αμερικάνικη ευμάρεια. Μα εκείνοι βλέπουν πως αυτή η ευμάρεια δεν είναι μια σταθερή σφαίρα αλλά μια σκάλα χωρίς τέλος. Όσο ανεβαίνουν τόσο απομακρύνονται από την κορυφή, μια και βρίσκονται σε μειονεκτική θέση από το ξεκίνημα κιόλας, επειδή είναι λιγότερο ειδικευμένοι (και συνεπώς οι περισσότεροι μέσα στους άνεργους) και τέλος γιατί η ιεραρχία που τους συνθλίβει δεν είναι μόνον η ιεραρχία της αγοραστικής δύναμης, ένα καθαρό οικονομικό γεγονός; Είναι μια ουσιώδης κατωτερότητα, που τους επιβάλλουν σ’ όλες τις όψεις της καθημερινής ζωής τα ήθη και οι προκαταλήψεις μιας κοινωνίας στην οποία κάθε ανθρώπινη δύναμη ευθυγραμμίζεται με την αγοραστική δύναμη. Εφόσον η αμερικάνικη κοινωνία μισεί και θεωρεί εγκληματικό τον ανθρώπινο πλούτο των Μαύρων. Ο χρηματικός πλούτος δεν μπορεί να τους κάνει απόλυτα αποδεκτούς μέσα στην αμερικάνικη αλλοτρίωση: ο ατομικός πλούτος θα κάνει το Μαύρο το πολύ – πολύ έναν πλούσιο νέγρο, γιατί οι Μαύροι στο σύνολό τους πρέπει ν’ αντιπροσωπεύουν την φτώχεια μιας κοινωνίας ιεραρχημένου πλούτου. Όλοι οι παρατηρητές άκουσαν αυτήν την κραυγή που ζητούσε την παγκόσμια αναγνώριση του νοήματος του ξεσηκωμού: «Είναι η επανάσταση των Μαύρων και θέλουμε να το μάθει όλος ο κόσμος!» «Freedom now!, Ελευθερία τώρα!», αυτό είναι το σύνθημα όλων των επαναστάσεων της ιστορίας. Όμως για πρώτη φορά η κοινωνία οφείλει να θεσπίσει καινούργιους νόμους για να κυριαρχήσει όχι την αθλιότητα, αλλά αντίθετα την υλική αφθονία. Για να κυριαρχήσει λοιπόν την αφθονία δεν αρκεί να μετασχηματίσει τη διανομή της, αλλά να ξαναπροσδιορίσει όλες τις επιφανειακές και βαθύτερες τάσεις της. Αυτό είναι το πρώτο βήμα μιας τεράστιας μάχης, ενός αγώνα μ’ απίστευτη σημασία.
Οι Μαύροι δεν είναι απομονωμένοι στον αγώνα τους: μια καινούργια προλεταριακή συνείδηση (η συνείδηση ότι δεν διαφεντεύεις σε τίποτα τη δραστηριότητά σου, τη ζωή σου) αρχίζει ν’ αναπτύσσεται στην Αμερική, σε στρώματα που αρνιούνται το σύγχρονο καπιταλισμό και που εξαιτίας αυτής της άρνησης μοιάζουν στους Μαύρους. Η πρώτη φάση του αγώνα των Μαύρων υπήρξε σημάδι μιας αμφισβήτησης που θεριεύει. Το Δεκέμβριο του 1964 οι φοιτητές του Μπέρκλεϋ, με την πείρα που άντλησαν από τη συμμετοχή τους στο κίνημα για τα δικαιώματα του πολίτη, έκαναν μια απεργία που αμφισβητούσε τη λειτουργία αυτού του «Πολυπανεπιστήμιου» της Καλιφόρνια και μέσω αυτού ολόκληρη την οργάνωση της αμερικάνικης κοινωνίας και τον παθητικό ρόλο στον οποίο τους προορίζει. Αμέσως ανακαλύπτουν ότι η νεολαία επιδίδεται σε όργια με ποτά ή ναρκωτικά και την κατηγορούν για διάλυση της σεξουαλικής ηθικής, όπως ακριβώς κατηγορούν τους Μαύρους. Μετά από εκείνη την πρώτη κινητοποίηση, η ίδια γενιά φοιτητών εφεύρε μια πρώτη μορφή αγώνα ενάντια στο κυρίαρχο θέαμα, το teach in, μια μορφή που ξαναχρησιμοποιήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία στις 20 Οκτωβρίου, στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου με αφορμή την κρίση της Ροδεσίας. Πρωτόγονη ασφαλώς και όχι καθαρή, αυτή η μορφή είναι η στιγμή της συζήτησης των προβλημάτων που αρνιέται να κλειστεί σε χρονικά όρια (ακαδημαϊκά) και συνεπώς, θέλει να φτάσει μέχρι το τέλος – που φυσικά δεν είναι άλλο από την πρακτική δραστηριότητα. Τον Οκτώβριο δεκάδες χιλιάδων διαδήλωναν στους δρόμους της Νέας Υόρκης και του Μπέρκλεϋ ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, ενώνοντας τις φωνές τους με τις φωνές των εξεγερμένων του Γουάτς: «Έξω από τη συνοικία μας και το Βιετνάμ!». Οι λευκοί που ριζοσπαστικοποιούνται ξεπέρασαν το περίφημο όριο της νομιμότητας: δίνουν «μαθήματα» για να μάθουν να εξαπατούν τα Αναθεωρητικά Συμβούλια (Le Monde, 19/10/65), καίνε τα στρατιωτικά φυλλάδιά τους μπροστά στην τηλεόραση. Μέσα στην κοινωνία της αφθονίας εκφράζεται η απέχθεια γι’ αυτήν την αφθονία και την τιμή της. Το θέαμα αμαυρώνεται από την αυτόνομη δραστηριότητα ενός προηγμένου στρώματος που αρνείται τις αξίες του. Το κλασικό προλεταριάτο, στο μέτρο ακριβώς που κατόρθωσαν προσωρινά να το ενσωματώσουν στο καπιταλιστικό σύστημα, δεν είχε ενσωματώσει τους Μαύρους (μέχρι το 1959 πολλά συνδικάτα του Λος Άντζελες δε δέχονταν Μαύρους). Τώρα λοιπόν οι Μαύροι είναι ο πόλος ενοποίησης όλων όσων αρνούνται τη λογική αυτής της ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό, είναι η αναγκαία συνθήκη κάθε υπόσχεσης για ενσωμάτωση. Αλλά η υλική ευημερία δε θα είναι ποτέ αρκετά απολαυστική για να ικανοποιήσει όσους αναζητούν αυτό που δεν υπάρχει στην αγορά, αυτό ακριβώς που η αγορά εξολοθρεύει. Το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει η τεχνολογία των πιο προνομιούχων, γίνεται μια αδικία που μπορεί να εκφραστεί πολύ πιο εύκολα από την ουσιώδη αδικία της πραγμοποίησης. Η εξέγερση του Λος Άντζελες είναι η πρώτη στην ιστορία που αναζήτησε τα δίκαιά της στην έλλειψη κλιματισμένου αέρα κατά τη διάρκεια ενός κύματος καύσωνα.
Οι Μαύροι έχουν στην Αμερική το δικό τους θέαμα, τον Τύπο τους, τις επιθεωρήσεις τους και τις έγχρωμες βεντέτες τους. Αλλά το αναγνωρίζουν και το απορρίπτουν σαν απατηλό θέαμα, σαν έκφραση της ταπείνωσής τους, γιατί βλέπουν πως είναι μειοψηφικό, απλό παράρτημα ενός γενικού θεάματος. Αναγνωρίζουν ότι αυτό το θέαμα της επιθυμητής κατανάλωσης που προορίζεται γι’ αυτούς δεν είναι παρά μια αποικία του θεάματος των Λευκών. Έτσι βλέπουν πιο γρήγορα το ψέμα ολόκληρου του οικονομικοπολιτιστικού θεάματος. Θέλοντας να συμμετάσχουν πραγματικά κι ευθύς αμέσως στην αφθονία – που αποτελεί επίσημη αξία κάθε αμερικάνου -, ζητούν την ισότιμη πραγμάτωση του θεάματος και της καθημερινής ζωής στην Αμερική, ζητούν να δοκιμαστούν στην πράξη οι μισοουράνιες – μισογήινες αξίες αυτού του θεάματος. Αλλά η ουσία αυτού του θεάματος είναι να μην πραγματώνεται άμεσα ή ισότιμα ούτε και για τους Λευκούς (οι Μαύροι χρησιμεύουν απλώς σαν τέλεια θεαματική εγγύηση αυτής της διεγερτικής ανισότητας στο κυνηγητό της αφθονίας). Απαιτώντας να πάρουν κατά γράμμα το καπιταλιστικό θέαμα, οι Μαύροι απορρίπτουν κιόλας το ίδιο το θέαμα. Το θέαμα είναι ένα ναρκωτικό για σκλάβους. Δεν πρέπει να το παίρνουν κατά γράμμα αλλά να το ακολουθούν με μια απειροελάχιστη καθυστέρηση (χωρίς αυτήν την καθυστέρηση ο φενακισμός έρχεται στην επιφάνεια). Πράγματι σήμερα στις Η.Π.Α. οι Λευκοί είναι οι σκλάβοι του εμπορεύματος και οι Μαύροι οι αρνητές του. Οι Μαύροι θέλουν περισσότερα από τους Λευκούς: να ποια είναι η καρδιά ενός προβλήματος που θα παραμείνει άλυτο ή θα λυθεί μόνο με τη διάλυση αυτής της λευκής κοινωνίας. Οι Λευκοί που θέλουν να βγουν από τη δικιά τους σκλαβιά, οφείλουν πρώτα - πρώτα να ταχθούν με το μέρος της εξέγερσης των Μαύρων, αντιμετωπίζοντάς την όχι ως φυλετική εκδήλωση αλλά ως καθολική άρνηση του εμπορεύματος και τελικά του Κράτους. Η οικονομική και ψυχολογική απόσταση των Μαύρων από τους Λευκούς, τους επιτρέπει να δουν τι είναι ο λευκός καταναλωτής, και η δίκαια περιφρόνηση που τρέφουν για τον Λευκό γίνεται περιφρόνηση για κάθε παθητικό καταναλωτή. Όσοι Λευκοί απορρίπτουν αυτόν το ρόλο δεν έχουν ελπίδες παρά μόνο αν ενοποιούν όλο και περισσότερο τον αγώνα τους με τον αγώνα των Μαύρων, βρίσκοντας μόνοι τους και υποστηρίζοντας μέχρι τα άκρα τους συνεκτικούς λόγους αυτού του αγώνα. Αν μπροστά στην ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα η συμμαχία τους διασπαστεί, μοιραία θ’ αναπτυχθεί ένας μαύρος εθνικισμός που θα καταδίκαζε την κάθε πλευρά σε μια σύγκρουση σύμφωνα με τα πιο παλιά μοντέλα της κυρίαρχής κοινωνίας. Όταν η παραίτηση είναι αδύνατο να διαρκέσει, η άλλη όψη της σημερινής εναλλαγής είναι μια σειρά αμοιβαίων εκκαθαρίσεων.
Οι προσπάθειες για δημιουργία ενός μαύρου εθνικισμού (φιλοαφρικάνικου ή που ζητά την ίδρυση χωριστού κράτους) είναι όνειρα που δεν μπορούν ν’ ανταποκριθούν στην πραγματική καταπίεση. Οι αμερικάνοι Μαύροι δεν έχουν πατρίδα. Στην Αμερική βρίσκονται στην πατρίδα τους, αλλοτριωμένοι όσο κι οι άλλοι αμερικάνοι με τη διαφορά ότι αυτοί έχουν επίγνωση της κατάστασής τους. Γι’ αυτό δεν είναι ο καθυστερημένος αλλά ο πιο προηγούμενος τομέας της αμερικάνικης κοινωνίας. Είναι η έμπρακτη άρνηση, «η κακή πλευρά από την οποία γεννιέται το κίνημα που κάνει την ιστορία με τον αγώνα του» (Η αθλιότητα της Φιλοσοφίας. Κ. Μαρξ). Και δεν υπάρχει Αφρική γι’ αυτήν.
Οι αμερικάνοι Μαύροι είναι προϊόν της σύγχρονης βιομηχανίας όπως η ηλεκτρονική, η διαφήμιση ή το κύκλοτρον. Φέρνουν τις αντιφάσεις της. Είναι οι άνθρωποι που ο θεαματικός παράδεισος οφείλει και να ενσωματώσει και ν’ απορρίψει. Γι’ αυτό ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο θέαμα και στη δραστηριότητα των ανθρώπων γίνεται ολοφάνερος σ’ αυτούς. Το θέαμα είναι καθολικό όπως και το εμπόρευμα. Επειδή όπως ο κόσμος του εμπορεύματος θεμελιώνεται σε μια ταξική αντίθεση, το εμπόρευμα είναι ιεραρχικό. Το εμπόρευμα – άρα και το θέαμα που μορφώνει τον κόσμο του εμπορεύματος – είναι υποχρεωμένο να είναι ταυτόχρονα καθολικό και ιεραρχικό. Το αποτέλεσμα είναι μια καθολική ιεράρχηση. Επειδή όπως αυτή η ιεράρχηση πρέπει να παραμένει ανομολόγητη, μεταφράζεται σε ανομολόγητες (εξαιτίας του ανορθολογισμού τους) αξίες μέσα σ’ έναν κόσμο της εκλογίκευσης χωρίς λογική. Αυτή ακριβώς η ιεράρχηση δημιουργεί παντού ρατσισμούς: πρόσφατα η Αγγλία του Εργατικού κόμματος περιόρισε τη μετανάστευση των εγχρώμων, ενώ οι προηγμένες βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης ξαναγίνονται ρατσιστικές, εισάγοντας το υποπρολεταριάτο τους από τις μεσογειακές χώρες (κι έτσι εκμεταλλεύονται στο έδαφός τους εκείνους που άλλοτε εκμεταλλεύονταν στις αποικίες τους). Ούτε η Ρωσία έπαψε να ‘ναι αντισημιτική, εφόσον δεν έπαψε να ‘ναι μια ιεραρχική κοινωνία στην οποία η εργασία πρέπει να πουλιέται σαν εμπόρευμα. Με το εμπόρευμα η ιεραρχία αναπαράγεται πάντοτε με καινούργιες μορφές και εξαπλώνεται – είτε ανάμεσα στον ηγέτη του εργατικού κόμματος και τους εργαζόμενους, είτε μεταξύ των ιδιοκτητών δύο τεχνητά διακρινόμενων μοντέλων αυτοκινήτων. Να ποιο είναι το προπατορικό αμάρτημα του εμπορευματικού ανορθολογισμού, η αρρώστια της αστικής λογικής από την οποία πάσχει και η γραφειοκρατία. Αλλά από τη στιγμή που αρχίζει η αρνητική πρακτική, ο σκανδαλώσης παραλογισμός ορισμένων ιεραρχιών και το γεγονός ότι όλη η δύναμη του κόσμου του εμπορεύματος τείνει τυφλά και αυτόματα στην υπεράσπισή τους, μας οδηγεί να δούμε τον παραλογισμό κάθε ιεραρχίας.
Ο ορθολογικός κόσμος που γεννήθηκε από τη βιομηχανική επανάσταση έφερε την ορθολογική απελευθέρωση των ατόμων από τα τοπικά εθνικά τους σύνορα και τα ένωσε σε παγκόσμια κλίμακα. Ο παραλογισμός του βρίσκεται στ’ ότι τα ξαναχώρισε, ακολουθώντας μια κρυμμένη λογική που εκφράζεται με τρελές ιδέες και παράλογες αξίες. Το ξένο περικυκλώνει από παντού τον άνθρωπο, που έγινε ξένος προς τον κόσμο του. Ο βάρβαρος δεν βρίσκεται πια στην άκρη της Γηςαλλά εδώ, είναι ο άνθρωπος που έγινε βάρβαρος εξαιτίας της υποχρεωτικής συμμετοχής του στην ίδια ιεραρχημένη κατανάλωση. Ο ανθρωπισμός που καλύπτει όλη αυτή τη βαρβαρότητα είναι το αντίθετο του ανθρώπου, η άρνηση της δραστηριότητάς του και της επιθυμίας του. Είναι ο ανθρωπισμός του εμπορεύματος, η εύνοια που δείχνει το εμπόρευμα προς τον άνθρωπο από τον οποίο τρέφεται όπως το παράσιτο. Όσοι υποβιβάζουν τους ανθρώπους σε αντικείμενα πιστεύουν ότι τα’ αντικείμενα έχουν όλες τις ανθρώπινες ιδιότητες. Γι’ αυτούς οι πραγματικές ανθρώπινες εκδηλώσεις μετασχηματίζονται σε ζωώδη ασυνειδησία: «Βάλθηκαν να συμπεριφέρονται σαν μια ομάδα πιθήκων σε ζωολογικό κήπο» είπε ο Γουίλλιαμ Πάρκερ, αρχηγός του ανθρωπισμού του Λος Άντζελες.
Όταν οι Αρχές της Καλιφόρνια κήρυξαν «κατάσταση εξέγερσης» οι ασφαλιστικές εταιρίες υπενθύμισαν ότι δεν καλύπτουν αυτού του είδους τους κινδύνους, τους κινδύνους που βρίσκονται πέρα από την επιβίωση. Στο σύνολό τους οι αμερικάνοι Μαύροι δεν απειλούνται μέσα στην επιβίωσή τους – τουλάχιστον αν κάθονται ήσυχοι. Άλλωστε ο καπιταλισμός έγινε αρκετά συγκεντρωτικός και προστατεύεται αρκετά από το Κράτος ώστε να δίνει «βοήθεια» στους πιο φτωχούς. Αλλά και μόνο από το γεγονός ότι μέσα στην κοινωνικά οργανωμένη αύξηση της επιβίωσης βρίσκονται τελευταίοι, οι Μαύροι δεν έχουν ν’ ασφαλίσουν τίποτα δικό τους. Αυτό που τους μένει είναι να καταστρέψουν όλες τις μέχρι τώρα γνωστές μορφές ιδιωτικής ασφάλειας και ασφάλισης. Οι Μαύροι εμφανίζονται ως αυτό που πράγματι είναι: οι αδιάλλακτοι εχθροί όχι βέβαια της μεγάλης πλειοψηφίας των αμερικανών αλλά του αλλοτριωμένου τρόπου ζωής ολόκληρης της σύγχρονης κοινωνίας. Η πιο προηγμένη βιομηχανική χώρα μας δείχνει το δρόμο που θα διανυθεί παντού αν το σύστημα δεν ανατραπεί.
Μερικοί από τους εξτρεμιστές του μαύρου εθνικισμού για ν’ αποδείξουν ότι το ελάχιστο που μπορούν να δεχτούν είναι ένα ξέχωρο Κράτος, προβάλλουν το επιχείρημα ότι ακόμα κι αν η αμερικάνικη κοινωνία τους αναγνωρίσει κάποτε μια πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα, ποτέ δεν θα δεχτεί – στο επίπεδο του ατόμου – το γάμο ανάμεσα σε Λευκούς και Μαύρους. Άρα αυτή η αμερικάνικη κοινωνία πρέπει να εξαφανιστεί από την Αμερική κι από παντού. Το τέλος κάθε φυλετικής προκατάληψης, όπως και το τέλος τόσων άλλων προκαταλήψεων που επιβάλλουν απαγορεύσεις στη σεξουαλική ελευθερία, θα βρίσκεται προφανώς πέρα από τον ίδιο το «γάμο», πέρα από την αστική οικογένεια, που είναι πανίσχυρη μεταξύ των αμερικάνων Μαύρων και βασιλεύει τόσο στη Ρωσία όσο και στις Η.Π.Α. ως πρότυπο ιεραρχικής σχέσης και σταθερότητας μιας κληρονομημένης εξουσίας (χρήμα ή κοινωνικοκρατικό αξίωμα). Συχνά τώρα τελευταία λέγεται ότι η αμερικάνικη νεολαία – που έπειτα από τριάντα χρόνια σιωπής ξεπροβάλλει ως δύναμη αμφισβήτησης – βρήκε στην εξέγερση των Μαύρων τον ισπανικό της εμφύλιο. Αλλά αυτή τη φορά οι αμερικάνικες «ταξιαρχίες Λίνκολν» πρέπει να κατανοήσουν όλο το νόημα του αγώνα στον οποίο ρίχνονται και να υποστηρίξουν απόλυτα τον καθολικό χαρακτήρα του. Τα «έκτροπα» του Λος Άντζελες δεν είναι πολιτικό λάθος των Μαύρων όπως και η ένοπλη αντίσταση του P.O.U.M. το Μάιο του 1937 στη Βαρκελώνη δεν ήταν προδοσία του αντιφασιστικού πολέμου. Μια εξέγερση ενάντια στο θέαμα τοποθετείται στο επίπεδο της ολότητας επειδή – ακόμα κι αν εκδηλώνεται μόνο στην περιοχή του Γουάτς – είναι μια διαμαρτυρία του ανθρώπου ενάντια στην απάνθρωπο ζωή, επειδή αρχίζει στο επίπεδο του πραγματικού ατόμου και μόνο και επειδή η κοινότητα (από την οποία το εξεγερμένο άτομο είναι διαχωρισμένο) είναι η αληθινή κοινωνική φύση του ανθρώπου, η ανθρώπινη φύση, το θετικό ξεπέρασμα του θεάματος.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΧΕΙΜΕΡΙΑΣ ΝΑΡΚΗΣ - INTERNATIONALE SITUATIONNISTE

(Το παρόν κείμενο το 'αλιεύσαμε' από το βιβλίο "internationale situationniste - το ξεπέρασμα της τέχνης - ανθολογία κειμένων της καταστασιακής διεθνούς", εκδόσεις ύψιλον. Είχε δημοσιευθεί στο 7ο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς.)

Η γεωπολιτική της χειμερίας νάρκης

Η «ισορροπία τρόμου» ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές ομάδες κρατών, που αποτελεί το πιο φανερό από τα βασικά δεδομένα της τωρινής παγκόσμιας πολιτικής, είναι και ισορροπία παραίτησης: από τη μια μεριά, ο καθένας από τους ανταγωνιστές οφείλει να παραιτείται για χάρη της επιβίωσης του άλλου, από την άλλη, μέσα στα σύνορά τους, η «ισορροπία τρόμου» στηρίζεται κι αναπαράγει την παραίτηση των ανθρώπων, την εγκατάλειψή τους σε μια μοίρα που έχει ξεφύγει τόσο απόλυτα από τα χέρια τους, ώστε η ίδια η ύπαρξη του πλανήτη καταντάει ζήτημα τύχης, ζήτημα της προσοχής και της επιδεξιότητας κάποιων απρόσιτων στρατηγών. Αυτή η παραίτηση συνεπάγεται αυστηρά τη γενικευμένη εγκατάλειψη σε ότι υπάρχει, δηλαδή στις συνυπάρχουσες εξουσίες των ειδικών που οργανώνουν αυτήν τη μοίρα. Από την πλευρά τους, χάρη σ’ αυτήν την ισορροπία, αυτοί οι ειδικοί κερδίζουν ένα παραπάνω πλεονέκτημα εφόσον τους επιτρέπει να εξουδετερώνουν με ταχύτητα κάθε πρωτότυπο πείραμα χειραφέτησης που γεννιέται ξαφνικά στο περιθώριο των συστημάτων τους (με πρώτο το σημερινό κίνημα των υπανάπτυκτων χωρών). Είναι γνωστό ότι χάρη σ’ αυτόν το μηχανισμό εξουδετέρωσης μιας απειλής μέσω της προβολής μιας άλλης – και δεν έχει σημασία ποιος προστάτης κερδίζει σε κάθε περίπτωση – συντρίφτηκε η επαναστατική έκρηξη στο Κονγκό με την αποστολή του εκστρατευτικού σώματος του Ο.Η.Ε. (δύο μέρες μετά την απόβασή του, στις αρχές του Ιουλίου του 1960, τα στρατεύματα της Γκάνα, που είχαν φτάσει πρώτα, χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή της απεργίας των συγκοινωνιών στην Λεοπολντβίλε), και το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε στην Κούβα με το σχηματισμό ενός μοναδικού κόμματος (το Μάρτιο του 1962 ο γνωστός από το ρόλο του στην καταστολή της ισπανικής επανάστασης στρατηγός Λίστερ, αναγορεύτηκε επίτιμος στρατάρχης του κουβανέζικου στρατού).
Στην πραγματικότητα τα δύο στρατόπεδα δεν προετοιμάζουν πόλεμο. Στόχος τους είναι η απεριόριστη διατήρηση αυτής της ισορροπίας, που ανταποκρίνεται άψογα στην εσωτερική σταθεροποίηση της εξουσίας τους. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αυτός ο στόχος θα κινητοποιήσει τεράστια αποθέματα, εφόσον τους επιβάλλει να εκμεταλλευτούν όσο περισσότερο γίνεται το θέαμα της πιθανότητας ενός πολέμου. Έτσι ο Μπάρι Κόμμονερ, πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής στην οποία η κυβέρνηση των Η.Π.Α. ανάθεσε την εκτίμηση των καταστροφών ενός θερμοπυρηνικού πολέμου, δήλωσε ότι μια ώρα μετά την έκρηξη αυτού του πολέμου θα ‘χουν σκοτωθεί εικοσιτέσσερα εκατομμύρια αμερικάνοι, ενώ οι άλλοι δεν θα ‘χουν καμιά ελπίδα να συνεχίσουν μια φυσιολογική ζωή. Τα στρατηγεία, που έχουν υιοθετήσει ως μονάδα μετρήσεως το mega body (ένα εκατομμύριο πτώματα), δέχτηκαν ότι είναι τελείως μάταιο να προχωρήσουν τους υπολογισμούς τους πέρα από τις πρώτες δώδεκα ώρες, εφόσον δεν διαθέτουν την πληροφορία του πειράματος που απαιτείται για έναν παραπέρα σχεδιασμό. Σύμφωνα με τον Νίκολας Βιτσνεϋ, μια πρωτοποριακή τάση της αμερικάνικης αμυντικής θεωρίας έφτασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι «ο καλύτερος τρόπος για ν’ αποτραπεί ο κίνδυνος επίθεσης είναι η τοποθέτηση μιας γιγάντιας θερμοπυρηνικής βόμβας στα βάθη της γης: αν ο αντίπαλος τολμήσει επίθεση, η βόμβα θα πυροδοτούνταν κι η Γη θα γινόταν κομμάτια» (Le Monde, 5 Ιανουαρίου 1962).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι θεωρητικοί αυτού του «Συστήματος της Έσχατης Κρίσης» (Doomsday System)βρήκαν το απόλυτο όπλο της υποταγής, εκφράζοντας για πρώτη φορά με συγκεκριμένες τεχνικές δυνάμεις την άρνηση της ιστορίας. Ωστόσο η αυστηρή λογική αυτών των θεωρητικών ανταποκρίνεται σε μια μόνο πλευρά της αντιφατικής ανάγκης της κοινωνίας της αλλοτρίωσης, μιας κοινωνίας που επιδιώκει αμείωτα να εμποδίσει τη ζωή των ανθρώπων, οργανώνοντας την επιβίωσή τους (βλ. την αντίθεση των εννοιών «ζωή» κι «επιβίωση» όπως την περιγράφει ο Βανεγκέμ στις Βασικές Κοινοτοπίες). Έτσι το Doomsday System, περιφρονώντας ακόμα και την επιβίωση που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της σημερινής και μελλοντικής εκμετάλλευσης της ανθρώπινης εργασίας, παίζει απλώς το ρόλο του ύστατου επιχειρήματος των γραφειοκρατών αρχόντων μας, τον κατά παράδοξο τρόπο ρόλο του εγγυητή της σοβαρότητάς τους. Συνολικά όμως για να ‘ναι αποτελεσματικό αυτό το θέαμα του επερχόμενου πολέμου πρέπει από τώρα κιόλας να ρυθμίσει την ειρήνη που γνωρίζουμε, εξυπηρετώντας τις θεμελιώδεις απαιτήσεις της.
Απ’ αυτήν την άποψη η τρομακτική διάδοση των αντιατομικών καταφύγιων μέσα στο 1961, σημαδεύει αποφασιστικά τον ψυχρό πόλεμο, σημειώνοντας ένα ποιοτικό άλμα που αργότερα θα φανεί η σημασία του στη διαδικασία σχηματισμό μιας παγκόσμιας, κυβερνοποιημένης κι ολοκληρωτικής κοινωνίας. Η κίνηση αυτή άρχισε στις Η.Π.Α., όπου τον περασμένο Ιανουάριο, ο Κέννεντυ μπόρεσε κιόλας να βεβαιώσει το Κογκρέσο ότι: «Το πρώτο σοβαρό πρόγραμμα καταφυγίων της πολιτικής άμυνας έχει αρχίσει να εφαρμόζεται με τον εντοπισμό, τη χαρτογράφηση και την υποθήκευση πενήντα εκατομμυρίων οικοπέδων. Ζητώ λοιπόν τη συγκατάθεσή σας για την υποστήριξη που έδωσαν οι ομοσπονδιακές αρχές στην κατασκευή αντιατομικών καταφυγίων στα σχολεία, τα νοσοκομεία και σ’ άλλους παρόμοιους χώρους» (Μήνυμα για την κατάσταση της Ένωσης). Αυτή η κρατική οργάνωση της επιβίωσης επεκτάθηκε γρήγορα, περισσότερο ή λιγότερο μυστικά, και στις άλλες σημαντικές χώρες των δύο στρατοπέδων. Η Ομοσπονδιακή Γερμανία για παράδειγμα, ασχολήθηκε πρώτα – πρώτα με την επιβίωση του καγκελάριου Αντενάουερ και του επιτελείου του (ενώ η δημόσια αποκάλυψη αυτών των έργων οδήγησε στην κατάσχεση του περιοδικού Quick του Μονάχου). Η Σουηδία κι η Ελβετία σκάβουν συλλογικά καταφύγια στα βουνά τους, όπου θαμμένοι οι εργάτες με τα εργοστάσιά τους θα εξακολουθούν να παράγουν, χωρίς να εγκαταλείπουν τη θέση τους, μέχρι την αποθέωση του Doomsday System. Οπωσδήποτε όμως η βάση της πολιτικής άμυνας βρίσκεται στις Η.Π.Α. όπου ανθούν πλήθος εταιρίες – η Peace O’ Mind Shelter Company στο Τέξας, η American Survival Products Corporation στο Μέρυλαντ, η Fox Hole Shelter Inc. στην Καλιφόρνια ή η Bee Safe Manufacturing Company στο Οχάιο -, διαφημίζοντας κι εγκαθιστώντας πολυάριθμα ιδιωτικά καταφύγια, δηλαδή καταφύγια που αποτελούν ατομική ιδιοκτησία για την οργάνωση της επιβίωσης κάθε οικογένειας. Απ’ ότι ξέρουμε γύρω απ’ αυτήν τη μόδα αναπτύσσεται μια καινούργια ερμηνεία της θρησκευτικής ηθικής, καθώς διάφοροι κληρικοί υποστηρίζουν ότι θα πρέπει ν’ απαγορευτεί, ακόμα και με τ’ όπλο στο χέρι , η είσοδος αγνώστων ή και φίλων σ’ αυτά τα καταφύγια, ώστε να σωθεί η οικογένεια και μόνο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ηθική θα πρέπει να προσαρμοστεί στο ζήτημα των καταφυγίων, ώστε να συνδράμει στην τελειοποίηση αυτής της τρομοκρατίας, της συμμόρφωσης όλων σ’ έναν κανόνα που διατρέχει κάθε διαφήμιση στο μοντέρνο καπιταλισμό. Μέχρι τώρα ήταν δυσβάσταχτο ν’ αντικρίζεις την οικογένειά σου και τους γείτονές σου χωρίς να ‘χεις το τάδε αυτοκίνητο που σου επιτρέπει ν’ ανέβεις με πίστωση σε κάποιο μισθολογικό επίπεδο (εύκολα αναγνωρίσιμο στα μεγάλα αστρικά σύνολα αμερικάνικου τύπου, όλου η οικοδόμηση των συνόλων κατοικιών γίνεται με βάση αυτό το μισθολογικό επίπεδο). Τώρα θα ‘ναι ακόμα πιο δύσκολο να μην εξασφαλίσεις στους δικούς σου εκείνο το επίπεδο επιβίωσης που μπορείς, σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς.
Γενική ήταν η άποψη ότι στις Η.Π.Α., από το 1955 κιόλας, ένας σχετικός κορεσμός στη ζήτηση «αγαθών διαρκείας» προκαλούσε μια ανεπάρκεια της τόνωσης που θα ‘πρεπε να προσφέρει η κατανάλωση στην οικονομική ανάπτυξη. Γι’ αυτό ακριβώς επιβλήθηκαν σε τέτοιο βαθμό τα κάθε λογής ευτελή αντικείμενα, τα λεγόμενα γκάτζετς (gadgets), που εκπροσωπούν μια εξαιρετικά ευέλικτη παραφυάδα του τομέα των αγαθών μέσης διάρκειας. Η σημασία του καταφυγίου γίνεται ολοφάνερη σ’ αυτήν την προοπτική της αναγκαίας αύξησης της ανάπτυξης. Με την εγκατάσταση των καταφυγίων και τις προβλεπόμενες προεκτάσεις, ότι φτιάξαμε πάνω στη γη υποχρεωνόμαστε να το φτιάξουμε και υπόγεια. Το πώς θα εξοπλίσουμε ένα σπίτι θα μας απασχολεί πια δύο φορές. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά στην επιβολή μιας καινούργιας έννοιας της διάρκειας, σε μια καινούργια διάσταση. Αυτές οι υπόγειες επενδύσεις σε στρώματα που μέχρι τώρα η κοινωνία της αφθονίας είχε αφήσει ανεκμετάλλευτα, θα φέρουν μια άνθιση στην παραγωγή και στην κατανάλωση των αγαθών μέσης διάρκειας που ήδη χρησιμοποιούνται στην επιφάνεια της γης, κι ακόμα μια άνθιση της βιομηχανίας των κονσερβών, εφόσον κάθε καταφύγιο πρέπει να διαθέτει το μέγιστο δυνατό απόθεμα τροφίμων. Άλλο τόσο θα γνωρίσει άνθιση η βιομηχανία καινούργιων και ιδιαίτερων γκάτζετς, σαν τις πλαστικές σακούλες που θα τυλίγουν όσους πεθαίνουν στα καταφύγια, συνεχίζοντας ασφαλώς να βρίσκονται στον ίδιο χώρο με τους ζωντανούς.
Βέβαια δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι όλα αυτά τα ιδιωτικά καταφύγια είναι ελάχιστα αποτελεσματικά (για παράδειγμα εξαιτίας τεχνικών παραλείψεων τόσο ανόητων όσο η έλλειψη ενός αυτόνομου συστήματος παροχής οξυγόνου) κι ότι ακόμα και τα πιο τελειοποιημένα συλλογικά καταφύγια θα προσφέρουν ένα ελάχιστο περιθώριο επιβίωσης αν κατά τύχη ξεσπάσει πραγματικά ο θερμοπυρηνικός πόλεμος. Όπως όμως συμβαίνει μ’ όλους τους νταβατζήδες, η αντιατομική προστασία είναι απλώς πρόφαση. Η αληθινή χρησιμότητα των καταφυγίων βρίσκεται στη μέτρηση (και συνεπώς στην ενίσχυση) της δουλικότητας των ανθρώπων και στην χρησιμοποίησή της για τους σκοπούς αυτής της κοινωνίας. Σαν δημιουργία ενός καινούργιου καταναλώσιμου αγαθού στην κοινωνία της αφθονίας, τα καταφύγια αποδεικνύουν καλύτερα από κάθε άλλο προϊόν ότι η εξουσία μπορεί να βάζει τους ανθρώπους να δουλεύουν για να ικανοποιήσουν διάφορες τεχνητές ανάγκες, που οπωσδήποτε «παραμένουν ανάγκες χωρίς ποτέ να ‘ταν επιθυμίες» και χωρίς να υπάρχει περίπτωση να γίνουν επιθυμίες. Η δύναμη αυτής της κοινωνίας, η επίφοβη αυτοματική ευφυΐα της, μπορεί να μετρηθεί σ’ αυτήν την οριακή περίπτωση που τελικά θα μπορούσε να διακηρύξει βίαια ότι επιβάλλει μια τόσο κενή κι απελπιστική ζωή, ώστε η καλύτερη λύση θα ‘ταν να κρεμαστούμε, δίνοντάς της την ευκαιρία να προωθήσει μια ακόμα καθαρή κι αποδοτική επιχείρηση κατασκευάζοντας τυποποιημένες κρεμάλες. Αλλά η έννοια της επιβίωσης, μέσα σ’ όλον αυτόν τον καπιταλιστικό πλούτο της, σημαίνει μια αυτοκτονία που διαρκώς αναβάλλεται μέχρι την τελική εξάντληση, μια καθημερινή και μέχρι το θάνατο απάρνηση της ζωής. Το δίκτυο των καταφυγίων – που δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν κατά τον πόλεμο αλλά αμέσως μετά – δίνει μια, προς το παρόν υπερβολική και χοντροκομμένη εικόνα της ζωής όταν θα ‘χει τελειοποιηθεί ο γραφειοκρατικός καπιταλισμός. Ένας νεοχριστιανισμός αντικαθιστά το χριστιανικό ιδεώδες της θυσίας και της απάρνησης, μια καινούργια ταπεινοφροσύνη προσαρμοσμένη στις επιταγές της βιομηχανικής ανάπτυξης. Ο κόσμος των καταφυγίων δεν αρνιέται πως είναι μια κοιλάδα δακρύων με κλιματιζόμενο αέρα. Ο συνασπισμός των μάνατζερς και των κάθε λογής παπάδων τους μπορεί να συμφωνήσει σ’ ένα ενωτικό πρόγραμμα: μαζικός υπνωτισμός συν υπερκατανάλωση.
Η επιβίωση, το αντίθετο της ζωής, αν και σπάνια γίνεται αποδεκτή τόσο καθαρά όσο στην περίπτωση των αγοραστών καταφυγίων του 1961, ξαναβρίσκεται σ’ όλα τα επίπεδα του αγώνα ενάντια στην αλλοτρίωση. Τη συναντάμε στην παλιά αντίληψη της τέχνης, που τόνιζε κυρίως την επιβίωση μέσω του έργου, θεωρώντας το ομολογία απάρνησης της ζωής, δικαιολογία και παρηγοριά συνάμα (ιδιαίτερα από την αστική εποχή της αισθητικής, που αποτέλεσε γήινο υποκατάστατο του θρησκευτικού).
Την ξαναβρίσκουμε ακόμα και στο πιο στοιχειώδες στάδιο της ανάγκης, στην ανάγκη για τροφή και κατοικία, μ’ αυτόν τον «εκβιασμό στο όνομα της χρησιμότητας» που καταγγέλλει το Στοιχειώδες Πρόγραμμα της ενιαίας πολεοδομίας (καταστασιακή διεθνής 6), έναν εκβιασμό που εξουδετερώνει κάθε ανθρώπινη κριτική του περιβάλλοντος (με το απλό επιχείρημα ότι χρειαζόμαστε στέγη).
Η καινούργια κατοικία που διαμορφώνεται στα «μεγάλα συγκροτήματα κατοικιών» είναι στενά συνδεδεμένη με την αρχιτεκτονική των καταφυγίων. Απλώς εκπροσωπεί ένα κατώτερο στάδιό της, παρόλο που η συγγένεια τους είναι μεγάλη και το πέρασμα απ’ τη μια στην άλλη γίνεται με ενιαίο τρόπο: πρώτο παράδειγμα στη Γαλλία είναι αυτό το συγκρότημα που χτίστηκε στη Νίκαια έχοντας για υπόγειο ένα αντιατομικό καταφύγιο για τους κατοίκους του. Η συγκεντρωτική οργάνωση της επιφάνειας αποτελεί φυσιολογική κατάσταση μιας σχηματιζόμενης κοινωνίας, που η παθολογική υπερβολή της συνοψίζεται θαυμάσια στις υπόγειες κατασκευές της. Αυτή η αρρώστια αποκαλύπτει καλύτερα το σχήμα αυτής της υγείας. Στην επιφάνεια της γης η πολεοδομία της απελπισίας κυριαρχεί όλο και πιο γρήγορα όχι μόνο στα αστικά κέντρα των Η.Π.Α. αλλά και σ’ αυτά πολύ πιο καθυστερημένων ευρωπαϊκών χωρών ή ακόμα και στην Αλγερία της νέο-αποικιακής περιόδου όπου εγκαταστάθηκε το «σχέδιο Κονσταντίν».
Στα τέλη του 1961, η πρώτη μορφή του Γαλλικού εθνικού χωροταξικού σχεδίου (που στη συνέχεια πήρε ηπιότερες μορφές), στο κεφάλαιο για την περιοχή του Παρισιού επέκρινε «την εμμονή ενός αδρανούς πληθυσμού να κατοικεί μέσα στην πρωτεύουσα) ενώ, σύμφωνα με τους ειδικούς της ευτυχίας και του μέλλοντος, «θα μπορούσε να κατοικήσει πιο ευχάριστα έξω από το Παρίσι». Ζητούσαν λοιπόν να εξαλειφτεί αυτός ο ενοχλητικός παραλογισμός, νομιμοποιώντας «τη συστηματική αποθάρρυνση της παραμονής αυτών των άεργων» στο Παρίσι.
Φυσικά επειδή η κυριότερη άξια λόγου δραστηριότητα είναι η συστηματική – και μέχρι τη συγκεκριμένη εξάλειψή τους – αποθάρρυνση των υπολογισμών των μάνατζερς που κινούν μια τέτοια κοινωνία, και επειδή οι ίδιοι τις σκέφτονται πολύ πιο σταθερά από το ναρκωμένο πλήθος των εκτελεστών, οι προγραμματιστές στήνουν τα αμυντικά συστήματά τους σ’ όλες τις σημερινές διαμορφώσεις του εδάφους. Με την κανονική μορφή μιας κατοικίας ή με την «πληθωρική» μορφή ενός οικογενειακού τάφου που θα κατοικηθεί προληπτικά, ο σχεδιασμός καταφυγίων για τον πληθυσμό πρέπει να αποτελέσει καταφύγιο προστασίας της εξουσίας αυτών των ειδικών. Τα αφεντικά που ελέγχουν την μέγιστη δυνατή κονσερβοποίηση και απομόνωση των σκλάβων τους, ακριβώς επειδή ανακατεύονται μ’ αυτήν την επιχείρηση ξέρουν να αμύνονται για στρατηγικούς σκοπούς. Οι Οσμάν (Haussmann) του 20ου αιώνα, οι σημερινοί πολεοδόμοι – στρατηγοί δεν έχουν πια ανάγκη να σιγουρέψουν την ανάπτυξη των κατασταλτικών δυνάμεών τους χαράζοντας ευθείες οδούς και τετράγωνα στις παλιές συνοικίες των πόλεων. Διασκορπίζοντας τον κόσμο στο έπακρο σ’ αυτές τις μοντέρνες πόλεις που ενσαρκώνουν την τετραγωνική χάραξη στην καθαρή της μορφή (όπου η αδυναμία των αφοπλισμένων και χωρίς μέσα επικοινωνίας μαζών μεγαλώνει όλο και περισσότερο ακολουθώντας τις όλο και τελειότερα τεχνικά εξοπλισμένες δυνάμεις της αστυνομίας), χτίζουν άτρωτες πρωτεύουσες, όπου για περισσότερη σιγουριά όλοι οι κάτοικοι θα είναι μέλη της ηγετικής γραφειοκρατίας.
Σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης αυτών των πόλεων – κυβερνήσεων μπορούμε να διακρίνουμε: τη «στρατιωτική ζώνη» των Τιράνων, μια συνοικία ξεκομμένη από την πόλη, που προφυλάσσεται από το στρατό και συγκεντρώνει τις κατοικίες των ηγετών της Αλβανίας, το κτήριο της Κεντρικής Επιτροπής, εκπαιδευτικές και νοσοκομειακές εγκαταστάσεις, μαγαζιά και χώρους ψυχαγωγίας γι’ αυτήν την ελίτ που ζει σε πλήρη αυτάρκεια. Τη διοικητική πόλη του Μαύρου Βράχου, που χτίστηκε μέσα σ’ ένα χρόνο για να γίνει πρωτεύουσα της Αλγερίας από τη στιγμή που έγινε φανερό ότι οι Γαλλικές Αρχές δεν κατάφερναν πια να σταθούν κανονικά μέσα σε μια μεγάλη πόλη (οι διοικητική πόλη εκπληρώνει αντίστοιχη λειτουργία με τη «στρατιωτική ζώνη» των Τιράνων, με τη μόνη διαφορά ότι χτίστηκε σε χέρσο έδαφος). Τέλος το καλύτερο παράδειγμα μας προσφέρει η Μπραζίλια που κυριολεκτικά φυτεύτηκε στο κέντρο μιας έρημης έκτασης και εγκαινιάστηκε με την καθαίρεση του Κουάδρος από τους στρατιωτικούς του και τις απαρχές ενός εμφυλίου πολέμου στη Βραζιλία, που λίγο έλλειψε να φτάσει τη γραφειοκρατική πρωτεύουσα (η οποία, όπως είναι γνωστό, αποτελεί υπόδειγμα επιτυχίας της λειτουργικής αρχιτεκτονικής).
Καθώς τα πράγματα βρίσκονται σ’ αυτό το σημείο, βλέπουμε πολλούς ειδικούς να καταγγέλλουν διάφορους ανησυχητικούς παραλογισμούς. Ωστόσο, επειδή δεν έχουν καταλάβει την κεντρική λογική (λογική μιας συνεκτικής παραφροσύνης) που κινεί αυτούς τους φανερούς μεμονωμένους παραλογισμούς – τους οποίους οι ίδιοι ενισχύουν με τις ασχολίες τους -, καταγγέλλουν το παράλογο μ’ έναν τρόπο εξίσου παράλογο ως προς τη μορφή και τα μέσα του. Τι να σκεφτεί κανείς γι’ αυτούς τους εννιακόσιους καθηγητές όλων των πανεπιστημίων και των ινστιτούτων ερευνών της Νέας Υόρκης και της Βοστώνης, που τις 30 Δεκεμβρίου του 1961 απευθύνθηκαν επίσημα, μέσω της New York Herald Tribune στον πρόεδρο Κέννεντυ και στον κυβερνήτη Ροκφέλερ – λίγες μέρες πριν ο Κέννεντυ ανακοινώσει με περηφάνια τα πρώτα 50 εκατομμύρια καταφύγια -, θέλοντας να τους πείσουν για τον ολέθριο χαρακτήρα της (πολιτικής) άμυνας; Τι να σκεφτεί κανείς για την πολλαπλασιαζόμενη ορδή των κοινωνιολόγων, δικαστών, αρχιτεκτόνων, αστυνομικών, ψυχολόγων, παιδαγωγών, υγιεινολόγων, ψυχιάτρων και δημοσιογράφων, που συναντιούνται ασταμάτητα, επιτροπές και συζητήσεις ψάχνοντας όλοι τους κάποια άμεση λύση για να εξανθρωπίσουν τα «μεγάλα συγκροτήματα»; Ο εξανθρωπισμός των μεγάλων συγκροτημάτων είναι φενακισμός τόσο γελοίος όσο και ο εξανθρωπισμός του πυρηνικού πολέμου, και για τους ίδιους λόγους. Τα καταφύγια ανάγουν όχι τον πόλεμο αλλά την απειλή πολέμου στο «ανθρώπινο μέτρο» της. Δηλαδή σ’ αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο στο μοντέρνο καπιταλισμό: στο καθήκον της κατανάλωσης. Όλη η έρευνα για τον υποτιθέμενο εξανθρωπισμό, σκοπεύει απλώς να συνενώσει τα πιο αποτελεσματικά ψέματα ώστε να εξουδετερωθεί η αντίσταση των ανθρώπων. Κι ενώ η πλήξη κι η απόλυτη απουσία κοινωνικής ζωής σφυροκοπούν τα μεγάλα συγκροτήματα των προαστίων τόσο άμεσα και απτά όσο και το κρύο το Βερχογιάνσκ, διάφορα γυναικεία περιοδικά αφιερώνουν άρθρα τους για την τελευταία μόδα σ’ αυτά τα καινούργια προάστια, φωτογραφίζοντας στους δρόμους τους τα μανεκέν τους και παίρνοντας συνεντεύξεις από ικανοποιημένους ανθρώπους. Κι επειδή η αποκτηνωτική εξουσία του σκηνικού μετριέται στη διανοητική ανάπτυξη των παιδιών, τονίζουν πόσο για τις διάφορες ανωμαλίες φταίει η έλλειψη «σωστής» κατοικίας στις παλιότερες εξαθλιωτικές συνθήκες. Η τελευταία ρεφορμιστική θεωρία στηρίζει τις ελπίδες της σ’ ένα είδος πολιτιστικού κέντρου, χωρίς ν’ αναφέρει δημόσια αυτήν την λέξη για να μη διώξει τον κόσμο. Στα σχέδια του Συνδικάτου Αρχιτεκτόνων του Σηκουάνα, το προκατασκευασμένο «μπιστρό-λέσχη» που υποτίθεται ότι θα εξανθρωπίσει το έργο τους, έχει τη μορφή κυβικής «πλαστικής κυψέλης» (28Χ18Χ4 μέτρα) «μ’ ένα σταθερό στοιχείο: το μπιστρό που δεν θα πουλά αλκοόλ αλλά μόνο καπνό κι εφημερίδες, ενώ ο υπόλοιπος χώρος θα χρησιμοποιείται από όσους θέλουν ν’ ασχοληθούν με το μαστόρεμα(…) Για να προβληθεί κατάλληλα ο θελκτικός χαρακτήρας αυτού του «μπιστρό-λέσχη», η αισθητική αντίληψη κι η ποιότητα των υλικών του θα μελετηθούν προσεκτικά στο στυλ βιτρίνας ώστε να τραβούν την προσοχή μέρα και νύχτα. Τα παιχνίδια του φωτός θα πρέπει να πληροφορούν για του ζωή του μπιστρό-λέσχης (Le Monde, 22 Δεκεμβρίου 1961).
Να λοιπόν, και μάλιστα διαφημιζόμενο με πολύ αποκαλυπτικούς όρους, το εύρημα που «θα μπορούσε να διευκολύνει την κοινωνική ενσωμάτωση, στο επίπεδο της οποίας θα πλαστεί η ψυχή μιας μικρής πολιτείας». Η απουσία του αλκοόλ δεν θα ‘χει και τόση σημασία: ξέρουμε ότι τώρα πια στη Γαλλία οι συμμορίες των νέων δεν έχουν ανάγκη το αλκοόλ για να τα κάνουν όλα λίμπα. Απ’ ότι φαίνεται τα μπλουζόν νουάρ άφησαν πίσω τους τη λαϊκή γαλλική παράδοση του αλκοολισμού, ενώ ο ρόλος του αλκοόλ εξακολουθεί να ‘ναι τόσο σημαντικός στο χουλιγκανισμό της Ανατολής, κι ακόμα δεν έφτασαν να παίρνουν μαριχουάνα ή δυνατότερα διεγερτικά όπως ή αμερικάνικη νεολαία. Αν και βρίσκονται σ’ ένα ενδιάμεσο στάδιο, περνώντας από το διεγερτικό μιας προηγούμενης ιστορικής περιόδου σ’ αυτό μιας καινούργιας, οι γάλλοι μπλουζόν νουάρ εκδηλώνουν μια ξεκάθαρη βία απαντώντας σ’ αυτόν τον κόσμο που περιγράφουμε και στην φριχτή προοπτική του βολέματος σε κάποια απ’ τις τρύπες του. Χωρίς τον παράγοντα της εξέγερσης, το σχέδιο των συνδικαλισμένων αρχιτεκτόνων έχει οπωσδήποτε συνοχή: οι γυάλινες λέσχες τους σκοπεύουν να παίξουν το ρόλο ενός οργάνου επιπλέον ελέγχου, που θα εξυπηρετήσει το στόχο αυτής της μέγιστης επιτήρησης της παραγωγής και της κατανάλωσης, στην οποία αποβλέπει η περίφημη ενσωμάτωση. Χάρη στη θεωρία του θεάματος καταλαβαίνουμε πολύ καλά τι εννοούν όταν δηλώνουν με τόσο ειλικρίνεια ότι θα διαφημίσουν το «μπιστρό-λέσχη» τους φωτίζοντάς το σαν βιτρίνα: σ’ αυτά τα’ αποτοξινωμένα μπαρ οι καταναλωτές γίνονται κι αυτοί θεαματικοί όπως τα’ αντικείμενα κατανάλωσης, και χρησιμοποιούνται για να φέρουν τον περαστικό μέσα στο «μπιστρό-λέσχη». Ο απόλυτα πραγμοποιημένος άνθρωπος έχει την θέση του στη βιτρίνα σαν επιθυμητή εικόνα της πραγμοποίησης.
Το ενδογενές μειονέκτημα του συστήματος βρίσκεται στ’ ότι δεν μπορεί να πραγμοποιήσει στην εντέλεια τους ανθρώπους. Έχει ανάγκη να τους κάνει να δρουν και να πετυχαίνει τη συμμετοχή τους για να μη σταματήσει η παραγωγή της πραγμοποίησης κι η κατανάλωσή της. Συνεπώς το κυρίαρχο σύστημα βρίσκεται σ’ ένα διαρκή πόλεμο με την ιστορία, με την ίδια του την ιστορία, που είναι ταυτόχρονα ιστορία της ενίσχυσης του και ιστορία της αμφισβήτησής του.
Σήμερα, έπειτα από έναν αιώνα αγώνων και την μεταξύ των δύο Πολέμων εξόντωση του κλασικού εργατικού κινήματος (που αντιπροσώπευε τη δύναμη γενικής αμφισβήτησης) από τους παλιούς και καινούργιους κυρίαρχους τομείς, κι ενώ παρά τα φαινόμενα ο κυρίαρχος κόσμος παρουσιάζεται περισσότερο από ποτέ τελεσίδικος – χάρη στον εμπλουτισμό και την απεριόριστη εξάπλωση ενός αναντικατάστατου μοντέλου -, η κατανόηση αυτού του κόσμου μπορεί να στηριχτεί μόνο στην αμφισβήτηση, μια αμφισβήτηση που είναι αληθινή και πραγματική μόνον ως αμφισβήτηση της ολότητας.
Αυτή η αμφισβήτηση δεν είναι μια θεωρία άσχετη από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τη ζωή. Πρόκειται αντίθετα για μια πραγματικότητα που υπάρχει στο κεφάλι των ανθρώπων, χωρίς ακόμα να ‘χει δεσμούς με τη θεωρία. Εκείνοι που, έχουν οδηγήσει αρκετά μακριά «τη συνύπαρξη με το αρνητικό» (με τη χεγγελιανή έννοια του όρου), θ’ αναγνωρίσουν με σαφήνεια αυτήν την έλλειψη ως κύρια δύναμή τους και πρόγραμμά τους, αυτοί θα φέρουν στο φώς το μοναδικό θετικό σχέδιο που μπορεί να γκρεμίσει τους τοίχους του ύπνου, τα μέτρα της επιβίωσης, τις βόμβες της έσχατης κρίσης και τους μεγατόνους της αρχιτεκτονικής.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΑ - ΒΑΝΕΓΚΕΜ, ΚΟΤΑΝΥΙ, ΝΤΕΜΠΟΡ


(Το παρόν κείμενο το 'αλιεύσαμε' από το βιβλίο "internationale situationniste - το ξεπέρασμα της τέχνης - ανθολογία κειμένων της καταστασιακής διεθνούς", εκδόσεις ύψιλον. Είχε δημοσιευθεί στο 7ο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς.)

1.
«Πρέπει να ξαναμελετήσουμε χωρίς καμιά προκατάληψη το κλα-
σικό εργατικό κίνημα και ιδιαίτερα όσο αφορά τους διάφο-
ρους πολιτικούς ή ψευτοθεωρητικούς κληρονόμους του, εφόσον
το μόνο που κληρονόμησαν είναι η ήττα αυτού του κινήματος.
Οι φαινομενικές επιτυχίες αυτού του κινήματος είναι οι θε-
μελιώδεις ήττες του (ο ρεφορμισμός ή η εγκαθίδρυση μιας
κρατικής γραφειοκρατίας στην εξουσία) και οι ήττες του (η
Κομμούνα ή η εξέγερση των Αστουριών) είναι μέχρι στιγμής
οι αληθινές του νίκες και για το παρόν και για το μέλλον»,
Σημειώσεις της σύνταξης στην Κ.Δ. 7.

2.
Η Κομμούνα ήταν η μεγαλύτερη γιορτή του 19ου αιώνα. Στη
βάση της βρίσκουμε την αίσθηση των εξεγερμένων ότι έγιναν
αφέντες της ιστορίας τους, όχι τόσο στο επίπεδο της «κυ-
βερνητικής» πολιτικής απόφασης, όσο σ’ αυτό της καθημερι-
νής ζωής εκείνη την άνοιξη του 1871 (βλέπε το παιχνίδι
όλων με τα όπλα, δηλαδή το παιχνίδι τους με την εξουσία).
Πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε και από αυτήν την άποψη την
φράση του Μαρξ ότι «το μεγαλύτερο κοινωνικό μέτρο της Κομ-
μούνας ήταν η ίδια η έμπρακτη ύπαρξή της».

3.
Η φράση του Ένγκελς: «Δείτε την Παρισινή Κομμούνα, να τι
είναι η δικτατορία του προλεταριάτου», πρέπει να ληφθεί
σοβαρά υπόψη για να καταδείξουμε τι δεν είναι η δικτατορία
του προλεταριάτου ως πολιτικό καθεστώς (οι διάφορες παραλ-
λαγές μιας δικτατορίας πάνω στο προλεταριάτο και επ’ ονό-
ματι του).

4.
Όλοι άσκησαν σωστές κριτικές στις ασυνέπειες της Κομμούνας,
στην έκδηλη απουσία ενός οργάνου. Αλλά επειδή πιστεύουμε ότι
σήμερα το πρόβλημα των πολιτικών οργάνων είναι πολύ πιο σύν-
θετο απ’ όσο ισχυρίζονται οι αυθαίρετοι κληρονόμοι του μπολ-
σεβίκικου κόμματος, θα πρέπει να θεωρήσουμε την Κομμούνα όχι
μόνον ως έναν ξεπερασμένο επαναστατικό πρωτογονισμό που
υπερφαλαγγίζουμε όλα τα σφάλματα του, αλλά ως μια θετική
εμπειρία που ακόμα δεν βρήκαμε ούτε εκπληρώσαμε όλη την αλή-
θεια της.

5.
Η Κομμούνα δεν είχε αρχηγούς και μάλιστα σε μια ιστορική πε-
ρίοδο που η ιδέα των αρχηγών κυριαρχούσε ολόκληρο το εργα-
τικό κίνημα, έτσι εξηγούνται πρώτα απ’ όλα οι παράδοξες
αποτυχίες κι επιτυχίες της. Οι επίσημοι ηγέτες της Κομμούνας
ήταν ασήμαντοι (αν πάρουμε ως αναφορά το επίπεδο του Μαρξ ή
του Λένιν, ή ακόμα και του Μπλάνκι). Αλλά από την άλλη μεριά
οι «ανεύθυνες» πράξεις εκείνης της στιγμής έχουν μια αξία
που ακόμα δεν την έχει φτάσει το επαναστατικό κίνημα της
εποχής μας, παρά το γεγονός ότι όλες σχεδόν περιορίστηκαν
στο καταστροφικό στάδιο (το πιο γνωστό παράδειγμα είναι
εκείνου του εξεγερμένου που είπε σε κάποιον ύποπτο αστό ο
οποίος κλαιγόταν ότι ποτέ του δεν έκανε πολιτική: «Γι’ αυτό
ακριβώς σε σκοτώνω»)

6.
Σ’ όλη τη διάρκεια του κινήματος η ζωτική σημασία ενός γενι-
κού εξοπλισμού του λαού εκδηλώθηκε τόσο στην πρακτική όσο
και στα συνθήματα. Στο σύνολό τους οι εξεγερμένοι αντιτάχτη-
καν στη συγκρότηση ειδικευμένων ένοπλων σωμάτων για τη δυνα-
μική επικράτηση της κοινής θέλησης. Η παραδειγματική αξία
αυτής της αυτονομίας των ένοπλων ομάδων οφείλεται στην απου-
σία συντονισμού, στο γεγονός ότι η λαϊκή δύναμη δεν έφτασε
το επίπεδο της στρατιωτικής αποτελεσματικότητας σε καμία
(επιθετική ή αμυντική) στιγμή του αγώνα εναντίον των Βερσαλ-
λιών. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η ισπανική επανάσταση –
και τελικά κι ο ίδιος ο πόλεμος – χάθηκε στο όνομα ενός τέ-
τοιου μετασχηματισμό των ένοπλων ομάδων σε «δημοκρατικό
στρατό». Φαίνεται πως η αντίφαση μεταξύ της αυτονομίας και
του συντονισμού εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το επίπεδο
της τεχνολογικής ανάπτυξης της εποχής εκείνης.

7.
Μέχρι σήμερα η Κομμούνα εκπροσωπεί τη μοναδική πραγμάτωση
μιας επαναστατικής πολεοδομίας: γκρέμισε επιτόπου τα απο-
λιθωμένα σύμβολα της κυρίαρχης οργάνωσης της ζωής, αντιμε-
τώπισε τον κοινωνικό χώρο με πολιτικούς όρους και δεν
πίστεψε πως ένα μνημείο μπορεί να ‘ναι αθώο. Όσοι, υποστη-
ρίζουν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά εκδήλωση ενός μηδενισμού
του λούμπεν προλεταριάτου ή της ανευθυνότητας των μπουρλο-
τιέρηδων, θα πρέπει να μας δείξουν κάτι από την κυρίαρχη
κοινωνία που να είναι θετικό και θα πρέπει να διατηρηθεί
(δεν είναι τυχαίο ότι θα μας δείξουν σχεδόν τα πάντα).
«Όλος ο χώρος βρίσκεται κιόλας στα χέρια του εχθρού (…) Η
αυθεντική πολεοδομία θα κάνει το πρώτο βήμα της, δημιουρ-
γώντας σε ορισμένες ζώνες ένα κενό εξουσίας. Εδώ ακριβώς
αρχίζει αυτό που λέμε κατασκευή. Μπορούμε να την κατανοή-
σουμε με τη βοήθεια της έννοιας της θετικής οπής, που επι-
νόησε η μοντέρνα φυσική» (Στοιχειώδες πρόγραμμα της
ενιαίας πολεοδομίας, Κ.Δ. 6).

8.
Η Παρισινή Κομμούνα νικήθηκε όχι τόσο με τη δύναμη των
όπλων όσο από τη δύναμη της συνήθειας. Το πιο σκανδαλώδες
πρακτικό παράδειγμα είναι η άρνηση των εξεγερμένων να χρη-
σιμοποιήσουν κανόνια για να καταλάβουν την Τράπεζα Γαλ-
λίας, τη στιγμή που τόσο τους έλειπε το χρήμα. Σ’ όλη τη
διάρκεια της εξουσίας της Κομμούνας η Τράπεζα παρέμεινε
προωθημένος θύλακας των Βερσαλλιών μέσα στο Παρίσι, με μό-
νους υπερασπιστές της μερικά ντουφέκια και το μύθο της
ιδιοκτησίας και της κλοπής. Εξίσου καταστροφικές ήταν κι
οι άλλες ιδεολογικές συνήθειες (η αναβίωση του γιακωβινι-
σμού, η ντεφαιτιστική στρατηγική των οδοφραγμάτων που επα-
ναλάμβανε το ’48, κλπ).

9.
Η Κομμούνα δείχνει με ποιο τρόπο οι υπερασπιστές του πα-
λιού κόσμου χρησιμοποιούν προς όφελός τους, και όπου μπο-
ρούν, τους συμβιβασμούς των επαναστατών μ’ αυτόν τον κόσμο
– ιδιαίτερα εκείνων που σκέφτονται την επανάσταση-, επωφε-
λούμενοι από το λάθος των επαναστατών να σκέφτονται όπως
εκείνοι. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο παλιός κόσμος διαφυλάσσει
τις βάσεις του (την ιδεολογία, το γλωσσικό σύστημα, τα
ήθη, τα έθιμά του) μέσα στην πορεία των εχθρών του και τις
χρησιμοποιεί για να ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος.
(Μόνο την έμπρακτη σκέψη, που φυσιολογικά ανήκει στο επανα-
στατικό προλεταριάτο, δεν μπορεί ποτέ να χρησιμοποιήσει ο
παλιός κόσμος: το Λογιστήριο του Κράτους παραδόθηκε στις
φλόγες). Η αληθινή «Πέμπτη φάλαγγα» βρίσκεται μέσα στο ίδιο
το πνεύμα των επαναστατών.

10.
Το ανέκδοτο για εκείνους τους πυρπολητές που κατά τις τε-
λευταίες μέρες της Κομμούνας πήγαν να καταστρέψουν την Πα-
ναγία των Παρισίων και βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ένοπλο
τάγμα των κομμουνάρων καλλιτεχνών, είναι πλούσιο σε νοή-
ματα. Πρώτα - πρώτα αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα άμεσης δη-
μοκρατίας. Αλλά σε δεύτερο επίπεδο φανερώνει τα προβλήματα
που θ’ αντιμετωπίσει η εξουσία των συμβουλίων. Είχαν δίκιο
εκείνοι οι καλλιτέχνες που ήθελαν ομόφωνα να υπερασπίσουν
έναν καθεδρικό ναό στο όνομα των αιώνιων αισθητικών αξιών
(και σε τελευταία ανάλυση στο όνομα των μουσείων), τη
στιγμή που άλλοι άνθρωποι ήθελαν να εκφραστούν εκείνη τη
μέρα καταστρέφοντας αυτόν το ναό κι εκδηλώνοντας μ’ αυτόν
τον τρόπο την απόλυτη πρόκλησή τους προς μια κοινωνία που,
δεδομένης της ήττας τους, καταδίκαζε ολόκληρη τη ζωή τους
στο κενό και στη σιωπή; Οι καλλιτέχνες οπαδοί της Κομμούνας
έδρασαν σαν ειδικοί και μ’ αυτήν τους τη στάση έρχονταν σε
σύγκρουση με μια εξτρεμιστική εκδήλωση του αγώνα ενάντια
στην αλλοτρίωση. Οι κομμουνάροι έσφαλαν που δεν τόλμησαν ν’
απαντήσουν στην ολοκληρωτική τρομοκρατία της εξουσίας χρη-
σιμοποιώντας την ολότητα των όπλων τους. Απ’ ότι φαίνεταιη
καταστολή εξαφάνισε τους ποιητές που εξέφρασαν τότε την
ανολοκλήρωτη ποίηση της Κομμούνας. Το σύνολο των ανολοκλή-
ρωτων πράξεων της Κομμούνας επέτρεψε τη λογοκρισία των ανα-
μνήσεων και το χαρακτηρισμό «ωμότητες» για τις πράξεις που
μόλις είχαν αρχίσει να διαγράφονται. Η φράση «όσοι κάνουν
μισές επαναστάσεις σκάβουν τον τάφο τους» εξηγεί μεταξύ
άλλων και τη σιωπή του Σαιν – Ζυστ.

11.
Οι θεωρητικοί που ασχολούνται με την ιστορία αυτού του κι-
νήματος αντιμετωπίζοντάς την αφ’ υψηλού σαν παντογνώστες
θεοί, όπως κάποτε ο κλασικός μυθιστοριογράφος, συμπεραίνουν
μ’ ευκολία ότι η Κομμούνα ήταν αντικειμενικά καταδικασμένη,
ότι ήταν αδύνατο να φτάσει κάπου. Δεν πρέπει όμως να ξε-
χνάμε ότι για όσους έζησαν το γεγονός αυτό το «κάπου» ήταν
εκεί.